Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγώ κι εσύ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγώ κι εσύ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Περηφάνια και προκατάληψη.

Μέχρι πριν κάποιους μήνες, ήμουν περήφανη που είχα ένα συγκεκριμένο άνθρωπο στη ζωή μου. Η ύπαρξή του η ίδια, μ' έκανε να νιώθω περήφανη για τη δική μου. Ίσως έφταιγε πως είχα συνδυάσει στο νου μου τις δύο αυτές υπάρξεις, θεωρώντας μια χημεία ουσιαστικότερη των αδυναμιών των υπάρξεων και της συνύπαρξής μας. Τώρα, όμως, βλέπω πως υπάρχουν άλλοι άνθρωποι για τους οποίους είμαι περήφανη, άνθρωποι που με κάνουν να αισθάνομαι περήφανη για μένα, ανεξαρτήτως της κοινής μας συνύπαρξης. 
Κι αυτοί οι άνθρωποι αν το καλοσκεφτώ δεν είναι λίγοι. Αντιθέτως, είναι πολλοί. Είναι πολύ ωραίο πράγμα τελικά να έχεις ανθρώπους γύρω σου και να χαίρεσαι που είναι αυτοί που είναι για αυτό που πραγματικά είναι, κι ας είναι στην πλειοψηφία τους ανήλικοι.
Θα ακουστεί παιδικό, μα θα το γράψω, γιατί δεν το λέω.
Είμαι περήφανη που έχω αυτούς τους γονείς κι ας έχουν τα στραβά τους. Άλλωστε, κι εγώ έχω τα δικά μου - και δεν είναι λίγα. Είμαι περήφανη που η μητέρα μου δούλευε όσο ήμουν μικρή και δε με μεγάλωσε εκείνη ουσιαστικά κι ας ο τρόπος της - ακόμη και τώρα- για να μου δείξει πως με αγαπά είναι με την παροχή υλικών αγαθών. Είμαι περήφανη γιατί δεν είναι τεμπέλα και μου έμαθε να εργάζομαι σκληρά κι ας μη μου έλειψε τίποτα. Είμαι περήφανη που μου έπαιρνε βιβλία, ενώ το πιο κοντινό σε βιβλίο που εκείνη ανοίγει είναι τα άρλεκιν και τα βίπερ, που εγώ κοροϊδεύω διαρκώς και μετά μανίας για το χαμηλό ποιοτικό τους επίπεδο. Εκείνη ουσιαστικά μου άνοιξε τον δρόμο για κάτι που κανείς ποτέ στο σπίτι δεν ασχολήθηκε μαζί του. Είμαι περήφανη για εκείνη, που είναι η μητέρα μου.
Κι ο πατέρας μου, περίεργος άνθρωπος, μου δίδαξε την επικοινωνία μέσω της σιωπής και της σιωπηρής αγάπης. Είμαι περήφανη που αν και δε με ξέρει ουσιαστικά, καταλαβαίνει πολύ περισσότερα από όσα ένας πατέρας θα καταλάβαινε αν ασχολιόταν καθημερινά με το παιδί του. Γιατί ο δικός μου, αν και δεν ασχολήθηκε, αισθάνομαι - δίχως να μπορώ να το εξηγήσω- μια αόρατη αλυσίδα σύνδεσής μας και μια θέρμη εσωτερική κάθε φορά που σμίγουμε μετά από μήνες. Είμαι περήφανη που ο πατέρας μου, μου έμαθε πως είναι να αγαπάς και να μην είναι απαραίτητο να το πεις ή να το δείξεις, γιατί απλά το συναίσθημα αυτό υπάρχει μέσα σου. Είμαι περήφανος για εκείνον, που είναι ο πατέρας μου. 
Φέτος είμαι περήφανη για οχτώ παιδιά που αν και εγώ θεωρητικά τους μεταδίδω γνώσεις, τους μαθαίνω πράγματα λαϊκιστί εκείνα μου μαθαίνουν πολλά περισσότερα. 
Είμαι περήφανη που η Σοφία είναι το παιδί που είναι στην ηλικία των 16 χρόνων. Που σκέπτεται και επεξεργάζεται κάθε τι που συμβαίνει γύρω της. Που είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον κόπο του άλλου και που μπορεί με ένα της δάκρυ να σε κάνει να δεις την ελπίδα στα μάτια της. Γιατί θες ελπίδα από τα παιδιά. Και η Σοφία, εκτός από τη σοφία των 16 χρόνων, έχει πίστη και ελπίδα μέσα της κι ας μην το ξέρει. Ίσως επειδή οι άλλοι εναποθέτουν πίστες και ελπίδες σε αυτή. Κι όταν συνειδητοποιήσει τι πραγματικά είναι θα τρομάξει. Μα εγώ χαίρομαι από τώρα στην σκέψη αυτής της τρομαγμένης Σοφίας μου, γιατί ξέρω πως τέτοιοι άνθρωποι έρχονται στον κόσμο για να τον αλλάξουν. Είμαι περήφανη που οι συγκυρίες με έφεραν εδώ για να γνωρίσω καλύτερα ένα κοριτσάκι που εξαιτίας της ομορφιάς του μικρή θεωρούσα ότι θα γίνει μοντέλο. Είμαι περήφανη που η Σοφία μου δεν είναι επιφανειακή.
Είμαι περήφανη που η Μαρία είναι ένα τόσο εργατικό κορίτσι και πασχίζει περισσότερο από τ' άλλα παιδιά. Κι ας μην καταλαβαίνει τώρα πόσο σημαντικό είναι. Γιατί η εργατικότητα είναι σπάνιο πράγμα στις μέρες μας και χάνεται μέσα στον στρόβιλο του αβέβαιου αύριο. Κι οι εργατικοί άνθρωποι σπανίζουν τόσο όσο κι οι ηθικοί. Κι η Μαρία μου είναι ένα ηθικό κορίτσι που κοπιάζει και απογοητεύεται και συνεχίζει να κουράζεται και δεν το βάζει κάτω. Είμαι περήφανη που, δίχως να το ξέρει καμία απ' τις δυο μας, βοηθάμε η μία την άλλη - όχι με τον τρόπο που νομίζουμε. Είμαι περήφανη που η Μαρία μου δεν το βάζει κάτω.
Είμαι περήφανη που η Ραφαέλα έχει βάλει στόχους και προσπαθεί γι' αυτούς. Γιατί οι στόχοι θέλουν πυγμή εσωτερική, μεγαλύτερη απ' ότι συνήθως, όταν προσπαθούν να σου επιβάλλουν το δίκαιο της πυγμής. Όταν αδικείσαι μα δεν τα παρατάς, μα συνεχίζεις, τότε είναι που η προσπάθειά σου αποκτά μεγαλύτερη αξία απ' ότι συνήθως. Είμαι περήφανη που την αγγίζουν λέξεις και συζητάει δειλά δειλά, όταν παλιότερα απλά τρέχαν ρυάκια. Είμαι περήφανη που η Ραφαέλα μου βλέπει τον εαυτό της και τα λάθη της κι αρχίζει να τα παραδέχεται - κι ας μην το ξέρει πως το κάνει. 
Είμαι περήφανη που ο Γιωργάκος είναι ένα τόσο καλό παιδί με τόσες πολλές αξίες. Που έχει μια διάχυτη ευγένια και ένα αίσθημα εντροπής που σκλαβώνουν ακόμη και τον πιο δύστροπο άνθρωπο του κόσμου. Γιατί άνθρωποι με ευγένια εκλείπουν σήμερα και τους έχουμε ανάγκη. Είμαι περήφανη που ο Γιωργάκος μου με κάνει να χαμογελάω καθώς θυμάμαι πόσο σημαντικό είναι να είσαι ευγενικός. Για σένα, όχι για τους άλλους. 
Είμαι περήφανη που η Ελένη είναι ένα παιδί με τέτοια νοημοσύνη. Ας μην είχε μόνο επίγνωση αυτού... Γιατί το μυαλό της είναι τόσο ωραίο, τόσο ιδιαίτερο, η ωριμότητά της τέτοια που σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι είναι εκείνο που την κρατάει πίσω. Γιατί τα έξυπνα παιδιά δεν προοδεύουν σε αυτήν την κοινωνία κι η Ελένη σε κάνει να φοβάσαι. Φοβάσαι για το αύριο, μα ο φόβος σου εξαϋλώνεται καθώς χαμογελά. Ω, τι ωραίο χαμόγελο που χει εκείνο το κορίτσι! Μα πιο όμορφη είναι μέσα της κι ας μην το βλέπουν όλοι, εγώ το βλέπω. Κι είμαι περήφανη που η Ελένη είναι η Ελένη μου. 
Είμαι περήφανη που η Ιωάννα είναι παιδί. Είναι παιδί ακόμα και μάλιστα ξεροκέφαλο. Μα είναι τόσο ηθικό και τόσο ευαίσθητο που δεν το δείχνει. Γιατί φοβάται να το δείξει. Κι ο φόβος της αυτός την κάνει να παίζει. Αμυντικά. Μα αν και ξεροκέφαλη είναι κι εκείνη εργατική σαν την αδελφή της, τη Μαρία. Κι είμαι περήφανη γιατί κλαίει και δακρύζει κι αυτό σημαίνει πως νιώθει. Άνθρωποι που νιώθουν δεν βρίσκονται εύκολα σήμερα. Είναι πιο εύκολο να προσποιούμαστε ή ακόμη χειρότερα να μη νιώθουμε καν για να έρθει το αύριο και να γίνει χθες πιο γρήγορα. Κι η Ιωάννα μου νιώθει και ξέρω πως αναλογίζεται αυτά που της λέω. Κι είμαι περήφανη που νιώθω πως παίρνει πράγματα από εμένα κι εγώ από εκείνη. Είμαι περήφανη που η Ιωάννα μου σκέφτεται αυτά που της λέω, κι ας νομίζει πως κάνω διακρίσεις. 
Είμαι περήφανη που ο Μανώλης έχει απορίες που δείχνουν πόσο οξυδερκής είναι. Είμαι περήφανη που κρατάει το χασμουρητό του μπροστά μου για να μην με προσβάλλει μα περισσότερο περήφανη με κάνει το χαμόγελο του όταν με βλέπει. Όχι, δεν μπερδεύω την έννοια της χαράς με την εκείνη της περηφάνιας. Την έννοια της εκτίμησης, στην εν λόγω περίπτωση ταυτίζω με την περηφάνια. Κι είμαι περήφανη που ο Μανώλης μου θέλει να μάθει κι ας μην το παραδέχεται.
Και για τον αδελφό του είμαι περήφανη κι ας είναι τεμπέλης. Γιατί κι ο Κωνσταντίνος προσπαθεί περισσότερο από την προηγούμενη χρονιά και η προσπάθειά του θα αποδώσει αρκεί να το πιστέψει. Είμαι περήφανη που το μωρό που έκανα μπάνιο με τη μάνα του έχει εξελιχθεί σε δυο μέτρα άντρα που θέλει περισσότερο σπρώξιμο από ότι υπολογίζει. Είμαι περήφανη για τον Κωνσταντίνο μου που ξέρω πως και οι 3 ώρες που θα ' χει αφιερώσει για να διαβάσει είναι βήμα γι' αυτόν.  
Είμαι περήφανη για το Γιώργο που είναι τόσο ευαίσθητο παιδί. Μπορεί να το 'χει και το όνομα, δεν ξέρω. Στη φυσιογνωμία του βλέπεις γραμμένη τη φράση "Οι άνθρωποι που γελάνε, πονάνε περισσότερο". Μα το χαμόγελό του όταν βλέπει πως η προσπάθεια του αποδίδει είναι εκείνο που σε κάνει περήφανο. Κι είμαι περήφανη που ο Γιώργος μου αγαπάει την αδελφή του, όπως θα ήθελα κι εγώ να με αγαπούν αν είχα μεγαλύτερο αδελφό. 

Τα παιδιά σου μαθαίνουν πολλά περισσότερα απ' όσα ίσως εσύ να τους μαθαίνεις εν αγνοία σου.

Κι ύστερα, είμαι περήφανη που η Βάνα είναι αυτό που είναι. Που πασχίζει να μάθει στα παιδιά 10 πράγματα για να τα βοηθήσει να φύγουν από αυτόν τον τόπο και τα βάζει πάνω απ' όλους κι απ' τον ίδιο της τον εαυτό. Γιατί τα παιδιά είναι τα πιο σημαντικά σε αυτόν τον κόσμο κι η Βάνα την αγαπάει τη δουλειά της. Κι όταν αγαπάς κάτι, το κάνεις καλά. Είμαι περήφανη που γνώρισα έναν άνθρωπο έναν καιρό που πίστευα πως δεν υπάρχει κανείς αξιόλογος εδώ πέρα. Είμαι περήφανη που η Βάνα είναι η φίλη που θα μιλάμε ώρες για τα παιδιά και δε θα βαρεθούμε ποτέ. Που θα σκεφτόμαστε η μία την άλλη κι ας κάνουμε να ειδωθούμε και μήνα. Είμαι περήφανη που η Βάνα είναι ο άνθρωπος που είναι, ένα ανοιχτό βιβλίο που ανοίγει και χαρίζει τις σελίδες του γιατί το θέλει και γιατί μπορεί.

Κι είμαι περήφανη που η Βάσω είναι δίπλα μου. Που είναι ένας άνθρωπος διάχυτος με αλτρουισμό και που δεν μπορεί να αρνηθεί τη φύση της. Που κάνει πράγματα πάνω απ' τις δυνάμεις της κι ας μην το παραδέχεται ή ας μην το βλέπει. Που σπρώχνει τους άλλους και που ναι δίπλα τους στις χαρές και στις λύπες και που σε κάνει να περιμένεις μια Κυριακή περισσότερο από κάθε τι άλλο μέσα στη βδομάδα. Που δεν προσπαθεί να καταστείλλει το είναι σου, μα το αποδέχεται και το αναγνωρίζει. Που δε θέλει να γίνει βάρος στον άλλον από φόβο μήπως τον πιέσει καταλήγοντας να πιέστει εκείνη. Που είναι εκεί, όταν τη χρειάζεσαι. Που είναι ένας άνθρωπος μέσα σε άλλους και ξεχωρίζει. Που λέει "όλα στο τέλος θα πάνε καλά" και σου δίνει ελπίδα κι ας μην τη βλέπεις εσύ εκείνη τη στιγμή. Κι είμαι περήφανη που η Βάσω είναι φίλη μου.

Μέσα από παιδικές περηφάνιες βιώνεις μια περηφάνια ολόπλευρη και καθαρά ρεαλιστική. Εκείνη η αίσθηση της ελπίδας είναι που σε κάνει τα βράδια να κοιμάσαι σ' έναν ειρηνικό ύπνο καθιστώντας σε ετοιμοπόλεμο στον πόλεμο του αύριο. Γιατί, πόλεμο δεν έχουμε μόνο με κατακτητή και με οβίδες να μας απειλούν άνωθεν των κεφαλιών μας. Πόλεμο έχουμε κάθε μέρα. Πόλεμο με το σύστημα, με τους γύρω μας, με το αύριο, με τον εαυτό μας.
Κι αν δεν είναι τούτη η περηφάνια ένα άλλο "νενικήκαμεν", τι είναι; 

Η μαύρη γάτα

Η παραδοχή, η αποδοχή, η αλλαγή και το τίποτα.

Η φράση άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε κι η παραλλαγή της, είναι αναμφισβήτητα απ' τις μεγαλύτερες αλήθειες που έχουν ειπωθεί. Άνθρωπος και λάθος είναι έννοιες συνυφασμένες κι άρρηκτα συνδεδεμένες η μία με την ύπαρξη της άλλης. Οι μισάνθρωποι θα ταυτίσουν τις έννοιες, μα θα εξαιρέσουν τον εαυτό τους. Κι όμως, το λάθος σαν λάθος, έχει δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που υπολογίζει κανείς. Η πράξη του λάθους είναι λογική- φυσιολογική και συνάμα αναμενόμενη. Η παραδοχή του, όμως, είναι μεγάλο πακέτο. Από εκείνα που έδινε ο Χαχανούλης στα Στρουμφάκια συγχωριανούς του και έσκαγαν σαν βόμβες στα μούτρα τους. Γιατί όταν κάνεις ένα λάθος, θα πρέπει να είσαι έτοιμος να φας και τα μούτρα σου.  
Το να παραδεχτείς, λοιπόν, ότι έκανες ένα λάθος είναι δυσκολότερο από το να το κάνεις κι αυτό γιατί αν το παραδεχτεί έχεις αντιληφθεί τη λαθεμένη σου πράξη κι ίσως είναι μια προσπάθεια εξιλέωσής σου - κυρίως στον εαυτό σου. Έστω, λοιπόν, ότι έκανες ένα λάθος κι έστω ότι το παραδέχτηκες αντιμετωπίζοντας το. Τι κάνεις μετά; Πώς αντιμετωπίζεις την παραδοχή του; Η αποδοχή πως κάτι που συνέβη δεν αλλάζει, είναι βασικό σκαλί στην ανεμόσκαλα των λαθών. Ευτυχώς, ο χρόνος δε γυρίζει πίσω, αλλά αντιθέτως προχωράει μπροστά βιαστικά σαν τον λαγό στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Το να παραδεχτείς τη λαθεμένη πράξη σου, δε φτάνει. Πρέπει να την αποδεχτείς. Εσύ την έκανες, με προσωπική σου ευθύνη και δεν τη σταμάτησες. Έγινε. 
Απ' τη στιγμή που έχεις αποδεχτεί κι αυτό το κομμάτι του εαυτού σου, έρχεται η θέση σου απέναντι του. Πρέπει να αποφασίσεις, αν θες ν' αλλάξει αυτό ή να παραμείνει η κατάσταση ως έχει με μεγάλη πιθανότητα την επανάληψη του λάθους κι όλων όσων το συνοδεύουν. Όπως η παραδοχή κι η αποδοχή, έτσι κι η αλλαγή υποκρύπτει ένα βαθμό δυσκολίας, ο οποίος ποικίλει ανάλογα το πόσο έχεις δουλέψει τον εαυτό σου. Βέβαια, υπάρχει κι η περίπτωση που δεν κάνεις τίποτα. Ούτε παραδέχεσαι, ούτε αποδέχεσαι ούτε αλλάζεις. Παραμένεις ο ίδιος δίχως να καταβάλλεις καμία προσπάθεια. Τι πιο εύκολο...
Τους ανθρώπους που δεν παραδέχονται τα λάθη σου, να φοβάσαι. Εκείνοι είναι που θα υποδείξουν πρώτα τα δικά σου και θα σε υποτιμήσουν γι' αυτά, ακόμη κι αν εσύ και τα χεις παραδεχτεί και τα χεις αποδεχτεί και προσπαθείς να τ' αλλάξεις. Τούτοι οι άνθρωποι ξέρουν τι θα πει λάθος μόνο βλέποντας των άλλων και ποτέ τα δικά τους. Εθελοτυφλούν και δεν αλλάζουν. Ούτε καν προσπαθούν. Κι αν το να τους φοβάσαι, σε κάνει να φοβάσαι γενικότερα, απέφυγε τους. Κι αυτό επιλογή είναι. Ίσως και η καλύτερη.

Η μαύρη γάτα

Να είσαι ευγενικός με όλους, προσηνής σε μερικούς, οικείος με λίγους και φίλος με ελάχιστους.

Είχα καιρό να είμαι ο εαυτός μου. Εκτός σπιτιού, δηλαδή. Να συμπεριφέρομαι δίχως σκέψη, όμως, όχι απερίσκεπτα. Να μη φοβάμαι πως αν πω κάτι ο άλλος θα προσβληθεί, θα παρεξηγηθεί ή θα θεωρήσει ότι θέλω να φανώ άνωθεν του, γιατί έχω βγάλει ένα πανεπιστήμιο και ξέρω να χειρίζομαι τη -μητρική μου- γλώσσα ορθά. Να λέω το κάθε μου κουσούρι, τη λεπτομέρεια που με χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο. Να κυκλοφορώ με τις πιτζάμες μπροστά του, να γελάω παραπάνω από υστερικά (καλά, μεταξύ μας, αυτό το κάνω ούτως ή άλλως), να βλέπω ταινία/ σειρά και να σχολιάζω ασταμάτητα δίχως να ντραπώ, να συζητάω σοβαρά δίχως να σκεφτώ ότι θα μου πουν πως ο χαβαλές πρέπει να υπερτερεί του σοβαρού και το αραλίκι να δίνει επιτέλους κάποιες στιγμές το άραγμά του σε σοβαρές καρποφόρες κουβέντες, οι οποίες σε κάνουν να συνειδητοποιείς δυνατότητες και κομμάτια του εαυτού σου, τα οποία δεν είχες πιστέψει πως διαθέτεις. Είναι ωραίο να είσαι ο εαυτός σου και να μπορείς να είσαι ο εαυτός σου ελεύθερα. 
Μα πιο ωραίο είναι να ανακαλύπτεις πως σ' ένα τόπο που κάποτε είχες χάσει την ελπίδα, την ξαναβρίσκεις στο πρόσωπο ενός φίλου και μάλιστα καλού. Ενός φίλου που προσπαθεί να σε βοηθήσει και το καταφέρνει, ενός φίλου που όταν κατεβαίνεις επίπεδο σου το λέει κατάμουτρα για να σε προστατέψει και σου δίνει ένα υπόδειγμα καθοδήγησης γιατί σε νοιάζεται κι ενδιαφέρεται για σένα. Είναι ωραίο όταν έχεις δίπλα σου ανθρώπους, που ενδιαφέρονται για σένα με αυτή την έννοια. Κι είναι ακόμη πιο όμορφο, όταν ενώ ξέρεις πως οι άνθρωποι που πρέπει να σε περιβάλλουν είναι must να είναι του ίδιου ή υψηλότερου επιπέδου από εσένα. Επιπέδου, όχι μορφωτικού, αλλά ανθρώπινου. Γιατί κακά τα ψέματα, η ισορροπία είναι μέτρον άριστον. Όταν έχεις δίπλα σου κάποιον που είναι level άνωθεν σου, θες να φτάσεις κι εσύ εκεί. Τούτη η διαδικασία είναι που αξίζει. 
Ποτέ μου δεν υποτίμησα ανθρώπους. Για κανένα λόγο. Ίσως κατά καιρούς υποτίμησα τον εαυτό μου, αλλά τους άλλους ποτέ. Ακόμα δεν υποτιμώ τους άλλους, μα τώρα πια έχω πάψει να υποτιμώ και μένα. Απλώς τώρα ξέρω να τους διαχωρίζω καλύτερα και να αντιλαμβάνομαι τι μου προσφέρει ο καθένας και τι μπορώ να προσφέρω εγώ σε αυτούς. Γιατί κι η προσφορά είναι μεγάλο κομμάτι του εαυτού μας. Οι σχέσεις, γλυκόπικρη η αλήθεια, είναι δούναι και λαβείν. Κάποιος δίνει, κάποιος παίρνει, μπορεί να ναι και αμφίδρομο, μπορεί να μη συμβεί ταυτοχρόνως. Συμβαίνει, όμως. 
Μετά από καιρό, είμαι καλύτερα από ποτέ. Κι αν ακούγεται κλισέ, είναι επειδή ισχύει. Έχω δρόμο ακόμα, δρόμο που πάντα θα έχω να διανύσω, μα συνειδητοποιώ πως έχω συνοδοιπόρο αυτή τη φορά. Βέβαια, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Πόσο μάλλον οι άνθρωποι. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως υποβιβάζεις την αξία τους ή τη δική σου. Αν η μοναξιά είναι άσχημο πράγμα, μια ζωή δίχως φίλους είναι δυο φορές πιο μοναχική. Ο άνθρωπος, πιστεύω, μπορεί να ζήσει δίχως το συγγενικό κλοιό. Μπορεί να ζήσει και δίχως τον έρωτα. Δίχως φίλους, όμως, αδυνατεί να πορευτεί, να μάθει να περπατά. Καμιά φορά, καθώς χρησιμοποιείς τη στραταρίδα μαζί τους, αυτό παρερμηνεύεται από άλλους ή απ' τους ίδιους. Κακώς ή καλώς, συμβαίνει κι αυτό. Αν πάψεις να λες το στράτα- στρατούλα, όμως, λόγω αυτού έχεις χάσει και τη μάχη και τον πόλεμο. Οι φίλοι είναι εκεί, όπως τους θες να είναι κι όπως θέλουν να είναι, όχι όπως καθορίζουν οι άλλοι. Γιατί μαζί καθορίζετε περισσότερα απ' όσα θα καθόριζες μονάχος σου. 
Το επόμενο ποτήρι που θα τσουγκρίσετε, ας είναι στην υγειά των φίλων. Των φίλων που χάσαμε, που ξεχάσαμε, που έχουμε ακόμα πλάι μας, που θα αποκτήσουμε στο μέλλον. 

Η μαύρη γάτα

Αλλιώς το είχα φανταστεί...


Σε θέλω κι έχω κουραστεί/ τους ίδιους τοίχους να κοιτάω/ εγώ που σ' είχα εμπιστευτεί/ πάνω σε κρίσιμη στιγμή/ τώρα κλεφτά σε συναντάω.


Η ανάγκη. Η ανάγκη της αγκαλιάς. Η αγκαλιά της ανάγκης. Την δεύτερη την αποζητώ σα μωρό παιδί που λαχταρά καραμέλες. Την τρίτη μου τη δίνουν κι εγώ ανήμπορη να απαιτήσω τη δεύτερη, τη δέχομαι. Μια υπομονή. Μια υπομονή μήπως η αγκαλιά δώσει τη θέση της στην ανάγκη. Μα αυτή, ισχυρογνώμων, δε μιλά. Μόνο σιωπά. Σαν και μένα σιωπά, που δε ζητώ εκείνο που πρέπει να μου δώσουν. Δε τη ζητώ κι αποζητώ να πάψω να κοιτάω λευκές πλευρές δωματίου. Μα δεν παύω. Μόνο εσύ παύεις. Κι εγώ σιωπώ και πάλι. Κι ας σου πα, κι ας έκλαψα κρυφά σου, στο πλάι σου κι εσύ δεν κατάλαβες τίποτα. Τη στιγμή που σ' είχα ανάγκη, που χα την ανάγκη της αγκαλιάς, σ' είχα δίπλα και δε σ' είχα. Κι αρκέστηκα στην κρυφή, στην στερνή την αγκαλιά που ήθελα και δεν ήθελα γιατί δεν την πρόσφερες όπως ήλπιζα. 

Αλλιώς το είχα φανταστεί/ κι αλλιώς το πράγμα μου προκύπτει/ το σχέδιο δε με καλύπτει/ μα εγώ σε θέλω κι έχω τόσο κουραστεί/ αλλιώς το είχα φανταστεί.

Έκανα όνειρα. Έντυνα τις ελπίδες μου με τα καλά τους. Τις έστελνα έξω ευελπιστώντας πως θα συναντήσουν εσένα. Κι εμένα. Μα κατά βάθος ήξερα. Και που ήξερα; Ήλπιζα και ξεήλπιζα ταυτοχρόνως. Καί τώρα που πάψαμε να ελπίζουμε, δε μου αρκεί. Ήθελα. Ήθελα να δώσω μια ευκαιρία σε μια ελπίδα με φρου φρου κι αυτή πήγε και χάθηκε σε ωκεανό δίχως να ξέρει κολύμπι. Κι απόμεινα εγώ, να την βλέπω από μακριά να ασφυκτιά αναζητώντας οξυγόνο. Είναι που το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια και το δικό μου, στριφογυρνάει περισσότερο απ' όσο πρέπει. Αλλιώς το είχα φανταστεί. Δεν ψεύδομαι. Ήξερα εν μέρει. Και δεν ήξερα. Δεν ήξερα πως είσαι πιο απών απ' όσο πίστευα. 

Ένας καφές την Κυριακή/ ό, τι απαιτώ απ' τη ζωή σου/ περνάω φάση τραγική/ να μπαίνει βάση η λογική/ στις συναντήσεις μου μαζί σου.

Δεν έχω μάθει να ζητάω. Ούτε να απαιτώ. Μόνο να καρτερώ μπας και πέσει το φιλότιμο ή η βούληση και μου δωθεί εκείνο που αποζητώ. Και δε μου δίνεται. Τούτη τη στιγμή που το 'χω περισσότερο ανάγκη, δε μου δίνεται. Κι έτσι εγώ, το περιμένω περισσότερο απ' όσο θα περίμενα υπό άλλες συνθήκες. Και δεν έρχεται. Κανείς δεν έρχεται. Ούτε κι εσύ. Κι εγώ. Εγώ παύω να έρχομαι. Φεύγω. Φεύγω γιατί δεν είμαι λογική. Ποτέ μου δεν ήμουν. Ποτέ μου δεν υπήρξα. Μα ούτε και παράλλογη. Μόνο συναισθηματική, ευαίσθητη τρόπον τινά. Κι είναι τα λόγια μου που πυροδοτούν εκρήξεις ασυναισθησίας κι εγώ... Κι εγώ απομένω να τυλίγομαι με τα ίδια μου τα χέρια. Όχι γιατί ήθελα παραπάνω από σένα. Μα παραπάνω γενικά. Από σένα, δεν ήθελα τίποτα. Ούτε θέλω τώρα. Και πότε δεν τα ζήτησα. Αν τα ζήταγα, αναρωτιέμαι. Αναρωτιέμαι, αν θα τρόμαζες περισσότερο. Αν θα τρόμαζα περισσότερο κι εγώ. Τίποτα δε θέλω. Τίποτα από σένα. Από μένα, όμως, θέλω πολλά. 

Αλλιώς το είχα φανταστεί/ κι αλλιώς το πράγμα μου προκύπτει/ το σχέδιο δε με καλύπτει/ μα εγώ σε θέλω κι έχω τόσο κουραστεί/ αλλιώς το είχα φανταστεί.

Κι αν είχα φαντασία καλπάζουσα σε ποικιλόχρωμο άτι με αναβάτες δυο, τι πειράζει; Τι πειράζει που θέλω έναν άνθρωπο δίπλα μου να μαστε δυο οδοιπόροι σύντροφοι σε ταξίδι δίχως προορισμό; Και δεν μπορώ να ελπίζω πια. Δεν έχω κουράγιο να σκέφτομαι πια. Ούτε να ελπίζω, ούτε να ονειρεύομαι, ούτε να χορεύω μοναχή. Δε θέλω να χορεύω μονάχη. Είναι άσχημο να τριγυρνάς γύρω από τον εαυτό σου και να μη στέκει κανείς να σε πιάσει αν πέσεις. Και το αστείο, ξέρεις, ποιο είναι; Πως δεν ήθελα αποκλειστικά εσένα να χορέψεις μαζί μου. Ήθελα κάποιον. Κι ας ήξερα πως εμείς οι δύο δεν μπορούμε να χορέψουμε μαζί. Είπα πως θέλω. Κι ήθελα. Μα τώρα θέλω άλλα. Μη μου ζητήσεις να προσδιορίσω τ' άλλα, γιατί δε θα το κάνω. Πώς να το κάνω άλλωστε; Δε θα μου τα ζήταγες ποτέ. Κι εγώ μπορεί και να τα 'λεγα. Μπορεί και να μη μιλούσα ποτέ μου. 
Εκείνο που μου λείπει περισσότερο είναι η ένταση κι η ηρεμία ταυτόχρονως. Και δεν τη βρίσκω. Πάνε δυο χρόνια από τότε που την είχα και την έχασα. Μην με παρεξηγείς, δεν τη νοσταλγώ. Μα θα θελα να την ξανάβρισκα. Δε θ΄αντέξω ποτέ να μην την ξαναβρώ. Κι όσο παύουν οι ελπίδες να θρέφουν ονείρατα απελπισμένα, παύω κι εγώ. 


Η μαύρη γάτα

Omnia vincit amor.

Ο έρωτας είναι ζωοδόχος πηγή. Ίσως και να 'ναι η μεγαλύτερη δύναμη που υπάρχει, εκείνη που σε παρακινεί να κάνεις και την μεγαλύτερη ηλιθιότητα. Όχι, επειδή ο έρωτας είναι τυφλός και τρελός, αλλά γιατί μπορείς να το κάνεις. Νομίζεις πως μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. Κι είναι αστείο, αν σκεφτείς, πως κανείς δεν μπορεί να τα καταφέρει όλα. Πάντα θα υπάρχει κάτι που δεν μπόρεσε να κάνει. Κάτι. Κι όμως, εκείνος που είναι πλημμυρισμένος με τον έρωτα στις φλέβες του, πιστεύει πως όλος ο κόσμος είναι στα πόδια του απλωμένος και περιμένει ένα άγγιγμά του μόνο - όπως εκείνος περιμένει το άγγιγμα του εραστή του. 
Ο έρωτας. Ο έρωτας δίνει ζωή, δίνει έμπνευση, δημιουργεί, κυοφορεί, γεννά. Ο έρωτας δίνει, μα κι ο έρωτας παίρνει. Σαν φύγει παίρνει περισσότερα καμιά φορά, απ' όσα είχε δώσει κι αφήνει τον πρώην ερωτευμένο ελεύθερο στερώντας τού την πεποίθηση πως η κατάκτηση του κόσμου είναι το πιο απλό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει. Κι ο έρωτας χάνεται. Κι ο έρωτας ξανάρχεται. Γιατί τούτη είναι η φύση του: της παλινδρόμησης. Οδηγεί τους ανθρώπους να πισωγυρίζουν με οδοιπόρο τον ίδιο, γιατί όλοι τους κατά βάθος έχουν την ανάγκη του να ερωτευτούν συνυφασμένη με τη φύση τους. Και δεν διαλέγουν ποιον θα ερωτευτούν, μόνο ερωτεύονται -όταν δεν φοβούνται να το κάνουν. Και ζουν με την ελπίδα πως θα ερωτευτούν και θα τους ερωτευτούν γιατί ο έρωτας δίχως ανταπόδοση μοιάζει ο πιο σκληρός εχθρός σε μια ζωή δίχως έρωτα.   
Ζουν με την ελπίδα πως τα τραγούδια θα μιλήσουν σε αυτούς και μόνο κι όταν τελικά το κάνουν, κανείς δεν έχει νιώσει όπως οι ίδιοι. Κανείς δεν κατανοεί τη βιασύνη που ρέει μέσα τους να ζήσουν και την ταυτόχρονη επιθυμία να περπατήσει ο χρόνος πιο αργά κι από βρέφος που τώρα μαθαίνει να κουνάει τα πόδια του. Ζουν και δε ζουν στον έρωτά τους, χορεύουν στις ιδέες, ονειρεύονται με ματοτσίνορα να κοιτούν απάνω, γελάνε και χαμογελάνε χωρίς να γνωρίζουν το γιατί. Μπορούν. Κάποιος τους τροφοδοτεί κι εκείνοι με τη σειρά τους τροφοδοτούν ένα μόνο άτομο που θυσιάζουν στο βωμό τους. Είναι που ο έρωτας είναι θυσία. Θυσιάζεσαι και θυσιάζεις, δίχως να σ' ενδιαφέρει, δίχως να σ' απασχολεί το κάθε τι. Απλά δρας. Μα περιμένεις μια αντίδραση σε τούτη τη δράση σου, για να σου αποδειχθεί πως τίποτα δεν είναι μάταιο. Θες ο έρωτας να γίνει δολοφόνος της ματαιότητας. Γι' αυτό ερωτεύεσαι. Για να ζήσεις, να σκοτώσεις και να σκοτωθείς. Και πιστεύεις πως είσαι φοίνικας και θα αναγεννηθείς από αποτεφρωμένες σάρκες. Ζεις, σκοτώνεσαι, υπάρχεις, χορεύεις, ζεις μέσω του έρωτα όπως δεν έχεις ξαναζήσει ποτέ. Κι ευελπιστείς η ζωή αυτή ή να ναι μία ή και παραπάνω. Κι αν δεν είναι, ας έχεις ζήσει μια φορά. 
Να ερωτεύσαι τα τραγούδια που μιλούν εκείνες τις βραδιές και τα ξημερώματα που αντηχούν πιο δυνατά από την ένταση των ηχείων σου. Τις στιγμές που τρέχουν βιαστικά σε διαδρόμους δίχως έξοδο και τις στιγμές που λήγουν βιαστικά. Τις βροχερές μέρες που φαντάζουν αδιάβροχες γιατί έχεις  για ανοράκ τον έρωτα. Να ερωτεύεσαι χωρίς να ψάχνεις το λόγο της δημιουργίας του ζωτικού αισθήματος γιατί έτσι πληρώνεται η ύπαρξή σου. 
Να ερωτεύεσαι τους ανθρώπους που χωρίς να κάνουν τίποτα, κάνουν τα πάντα διά μέσου των οφθαλμών σου. Εκείνους που σου αγγίζουν το χέρι και σου ζητάνε να χορέψετε έστω και για πέντε δευτερόλεπτα κάτω από στάλες ουράνιων δακρύων. Που ψιθυρίζουν στους λαβύρινθους των αυτιών σου λόγια που τα εννοούν και τα πραγματώνουν σε αναπάντεχη ώρα. Που δε φοβούνται να είναι αυτό που είναι κι η απάθεια δεν ακυρώνει την παρουσία τους, γιατί είναι έτοιμη να λαβωθούν και να χτυπήσουν. Ακόμη και σένα - στο κοινό πεδίο μάχης σας. Να ερωτεύεσαι εκείνους που δε χάνονται σε τουλούμια καπνού και δεν κρύβονται πίσω από τον τρόμο του ίδιου του έρωτα. Εκείνους που ερωτεύονται να ερωτεύεσαι κι εκείνους που δεν ερωτεύονται. Για να ερωτευτείς κι εσύ μια φορά, να ερωτεύεσαι. 

Η μαύρη γάτα

Η ανάλαφρη βαρύτητα της ελευθερίας

Έπεσε το μάτι μου προ ημερών στη φράση "μόνο οι άνθρωποι κι οι κάλτσες δυσκολεύονται να βρουν το άλλο τους μισό", έπιασα τον καθρέπτη μου να αναρωτιέται πόσοι πιστεύουν ότι είναι μισοί εκεί έξω και πόσοι αναζητάνε το τμήμα εκείνο του εαυτού τους που οι θεοί πήραν μακριά. Εγώ πάντως, δε θέλω να βρω το άλλο μου μισό, όσο περίεργο κι αν ακούγεται. Δεν αισθάνομαι μισή, ούτε αισθάνομαι την ανάγκη να με συμπληρώσει κάποιος για να πληρωθώ ως Χαρά. Κάτι λείπει, όμως. Δεν είναι κομμάτι. Δεν.
Δεν ξέρω, αν νιώθεις την ίδια ανάγκη κι εσύ. Εκείνη που θες κάποιον δίπλα σου. Όχι με την ταμπέλα του είμαστε μαζί- πηδιόμαστε μόνο μαζί- τα κάνουμε όλα μαζί-και-τα-συναφή. Όχι. Θες κάποιον δίπλα σου - εγώ προσωπικά έναν κι όχι δεκαπέντε- γιατί είναι η έννοια της συντροφικότητας που απουσιάζει. Κι αν ακούγεται ο όρος παλιομοδίτικος  είναι που οι άνθρωποι φοβούνται να δεθούν. Φοβούνται την αποδοχή πως κάποιος θα στέκει εκεί δίπλα τους και πιθανόν να μη μιλάει. Θα είναι εκεί, όμως, όταν το χρειαστείς. Είτε είσαι χαρούμενος, είτε στεναχωρημένος, είτε αποκαρδιωμένος, είτε άρρωστος, είτε αραχτός. Σε οποιαδήποτε φάση και να είσαι, θες έναν άνθρωπο δίπλα σου. Κάποιον παραπάνω από φίλο. Κάποιον που με την ανάσα του στο λαιμό σου δε θα χρειάζεσαι άλλη. Όχι λόγω της καύλας. Την καύλα την βρίσκεις. Δεν θέλει και ιδιαίτερο ψάξιμο. Είναι ένστικτο, όρμή, ζωώδη ανάγκη που θες και πρέπει να ικανοποιήσεις  Πως αρκεί σε μερικούς μόνο μια τέτοια ικανοποίηση αδυνατώ να καταλάβω. Δε νιώθουν την ανάγκη αυτή; Δεν.
Δεν ξέρω, αν φοβάσαι κι εσύ αυτή την ανάγκη. Εγώ φοβάμαι τη στιγμή που νιώθω. Εκείνη τη στιγμή, νομίζω πως γίνομαι ο πιο ευάλωτος άνθρωπος του κόσμου. Πως ο καθένας μπορεί να με χτυπήσει και να μου αφήσει ακόμη και το πιο ανεπαίσθητο σημάδι. Κι εκείνη τη στιγμή εξαφανίζομαι. Προσπαθώ να γίνω αόρατη και να πάψω να νιώθω. Αντίθετο αποτέλεσμα. Είναι ο φόβος τόσο απτός που εμφανίζεται κι εξαφανίζεται τη στιγμή που θέλει, που με υπερνικάει. Δεν παύω να σκέφτομαι, δεν παύω να αισθάνομαι, μόνο χάνω. Χάνω σε μια σκακιέρα που έστησα εγώ. Είναι που παρουσιάζεται τόσο ουτοπική η ανάγκη να θες κάποιον για σένα και για κεινον, να αλληλοκαλυφθούν οι τυχούσες ανάγκες σας, που οδηγεί σε τελματικό φόβο. Τερμάτισες πίστα σε βιντεοπαιχνίδι που η Lana del Ray τραγουδά.
Είμαι απ' τους ανθρώπους που φοβούνται. Φοβούνται την αίσθηση, παραβλέπουν την ενσυναίσθηση, παραδίνονται στην αίσθηση που δεν οδηγεί πουθενά. Φοβάμαι πως μια μέρα θα ξυπνήσω και η πλευρά του κρεβατιού θα χει δύο βαθουλώματα - και τα δύο από μένα, γιατί στριφογυρνώ στον ύπνο μου και δεν βολεύομαι πουθενά. Φοβάμαι να βολευτώ, μα φοβάμαι μήπως φοβηθούν που βολεύτηκα κατά βάθος. Έτσι, στρυφογυρίζω τυλιγόμενη με κουβέρτα χνουδωτή στην προσπάθεια μου να ζεσταθώ από απόντα χέρια. Χέρια που δε σ' αγγίζουν γιατί δε θέλουν ή γιατί φοβούνται και τα ίδια. Δεν ξέρω ποιο απ' τα δύο ενδεχόμενα είναι το χειρότερο. Ίσως το τρίτο είναι το μετέωρο που δεν ξέρεις ποιο από τα δύο ισχύει. Είναι που καμιά φορά, δε φτάνει το να θες, πρέπει και να μπορείς. Μα δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην μπορεί να μη δεθεί. Υπάρχει εκείνος που δεν μπαίνει στη διαδικασία τούτη με τον φόβο πως θα χάσει τη βολή του. Ίσως, όλοι φοβόμαστε τελικά από κάτι. Δεν υπάρχει λεοντόκαρδος, άραγε; Είμαστε όλοι λιοντάρια απ' το μάγο του Οζ. Πληθαίνουμε και αναπαραγόμαστε με ταχύτητα ανάλογη του φωτός και ταξιδεύουμε σε μήκη που δεν ταυτίζονται ούτε με τον ήχο των κυμάτων. Φόβος ουτοπικός ή μη, εγκαθίσταται σε ζωές ανθρώπων που δεν θα έπρεπε να φοβούνται. Φοβάσαι για το αύριο κι ας ζεις το παρόν, φοβάσαι να ανακαλύψεις, φοβάσαι να δώσεις, καμιά φορά φοβάσαι και να πάρεις με τον φόβο πως θα δώσεις κι εσύ για να εκπληρώσεις το δούναι και το λαβείν σου, φοβάσαι τη σύνδεση, φοβάσαι την αποσύνδεση, φοβάσαι την ηρεμία, φοβάσαι την ένταση, φοβάσαι την απουσία, φοβάσαι την παρουσία, φοβάσαι τους άλλους, φοβάσαι τον εαυτό σου. Κι εγώ που είμαι εκ φύσεως κλωσσοπούλι, υπάρχει κάτι που δεν φοβήθηκα ποτέ μου: την ελευθερία.
Η ελευθερία είναι ιδανικό, είναι αρετή, είναι όνομα. Είναι κατάσταση, είναι θέση, είναι άποψη. Είναι φύση, είναι ζωή, είναι ύπαρξη. Είναι ηρεμία, είναι δύναμη, είναι συνύπαρξη. Συνύπαρξη. Δεν έχω ποθήσει τίποτα περισσότερο στη ζωή μου από την ελευθερία. Την ελευθερία της συνύπαρξης. Γιατί πρέπει η συνύπαρξη να συνεπάγεται και την απουσία της ελευθερίας; Γιατί να μην συνδέσουμε μια έννοια τόσο ορισμένη εξ ορισμού με άλλες τόσες και με τους ίδιους τους εαυτούς μας; Γιατί η σύνδεση να ισοδυναμεί με ανελευθερία, ποτέ δεν κατάλαβα.
Και θέλω τόσο να μαι ελεύθερη. Ελεύθερη ως μονάδα, ελεύθερη ως δυάδα, ελεύθερη γενικά. Δεν θέλω να με ελευθερώσει κάποιος, μα να καταλάβει πως δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να τοποθετήσω σε κλουβιά το εγώ μου ή το δικό του στην προσπάθεια σύνδεσής μας. Είναι κρίμα, ο φόβος να σε φυλακίζει σε κελί του ίδιου σου του εαυτού και να χάνεις το κλειδί από αδύναμη μνήμη. Οι άνθρωποι είναι εδώ κι εσύ στέκεις δίπλα τους, περιμένοντας να σε ξεκλειδώσουν. Μα εσύ, το κάνεις αυτό αντί εκείνων. Ξεκλειδώνεσαι, αφήνεσαι ελεύθερος. Φοράς φτερά μη κέρινα και πετάς. Πετάς δίπλα τους. Πετάς μακριά τους. Πετάς δίπλα τους και πάλι κι ελπίζεις πως θα ντυθούν ανάλογα με σένα και θα έρθουν να κουρνιάσουν δίπλα σου. Αν ήμουν ζώο, θα ήθελα να μαι πουλί κι όχι γάτα. Να πετάω από κλαδί σε κλαδί. Κλαδί που αντέχει το βάρος μου και δε λυγίζει φοβούμενο στην ιδέα πως θα πρέπει να με στηρίξει αν πέσω ή αν θα σπάσει στην πορεία. Δεν σκέφτεται ποτέ κανείς την πρόθεση να κολλήσεις το σπασμένο. Κι ας μην τα καταφέρεις, η πρόθεση κι η εισαγωγή σε μια τέτοια διαδικασία, προφανώς και δεν μετράει. Μάλλον είναι που κάποια κλαδιά, θέλουν να παραμείνουν σπασμένα. Μα εγώ δεν θέλω να σπάω, αν από πουλί γίνω κλαδί κάποια στιγμή και κάποιος άλλος σταθεί απάνω μου. Είναι που αντέχω την ελευθερία και την ιδέα της ταυτόχρονα. Είναι που νιώθω ελεύθερη κι ας κλειδώνομαι τρομάζοντας στην ιδέα πως κάποιος δεν κατανοεί τούτη τη φύση μου. Κι όταν ξεκλειδώνομαι, το κάνω με λάθος κλαδιά. Κι είναι κρίμα, να χάνεις την ελευθερία. Την ελευθερία της σκέψης, την ελευθερία των ιδεών, την ελευθερία του σώματος.
Το να θες να είσαι ελεύθερος, δε σημαίνει πως έχεις αυτοσκοπό την ανελευθερία του άλλου. Μια κοινή ελευθερία επιθυμείς. Μα κανείς δεν το παρατηρεί κι ας δανείζεις κυάλια και μυωπικούς φακούς σε θολά βλέματα. Κι εσύ, ελεύθερος πετάς αναζητώντας το κλαδί. Το κλαδί που μπορεί και να χει ραγίσει. Μα δεν είναι γυαλί. Κανείς δεν είναι φτιαγμένος από υγρή ουσία που αν παγώσει η επιφάνειά της γυαλίζει αισθησιακά. Είσαι φτιαγμένος από ελευθερία.
Ελεύθερη θέλω να μαι, δεν σ' το πα. Ελεύθερη μαζί σου. Ελεύθερη. 
Η μαύρη γάτα