Αλλιώς το είχα φανταστεί...
Σε θέλω κι έχω κουραστεί/ τους ίδιους τοίχους να κοιτάω/ εγώ που σ' είχα εμπιστευτεί/ πάνω σε κρίσιμη στιγμή/ τώρα κλεφτά σε συναντάω.
Η ανάγκη. Η ανάγκη της αγκαλιάς. Η αγκαλιά της ανάγκης. Την δεύτερη την αποζητώ σα μωρό παιδί που λαχταρά καραμέλες. Την τρίτη μου τη δίνουν κι εγώ ανήμπορη να απαιτήσω τη δεύτερη, τη δέχομαι. Μια υπομονή. Μια υπομονή μήπως η αγκαλιά δώσει τη θέση της στην ανάγκη. Μα αυτή, ισχυρογνώμων, δε μιλά. Μόνο σιωπά. Σαν και μένα σιωπά, που δε ζητώ εκείνο που πρέπει να μου δώσουν. Δε τη ζητώ κι αποζητώ να πάψω να κοιτάω λευκές πλευρές δωματίου. Μα δεν παύω. Μόνο εσύ παύεις. Κι εγώ σιωπώ και πάλι. Κι ας σου πα, κι ας έκλαψα κρυφά σου, στο πλάι σου κι εσύ δεν κατάλαβες τίποτα. Τη στιγμή που σ' είχα ανάγκη, που χα την ανάγκη της αγκαλιάς, σ' είχα δίπλα και δε σ' είχα. Κι αρκέστηκα στην κρυφή, στην στερνή την αγκαλιά που ήθελα και δεν ήθελα γιατί δεν την πρόσφερες όπως ήλπιζα.
Αλλιώς το είχα φανταστεί/ κι αλλιώς το πράγμα μου προκύπτει/ το σχέδιο δε με καλύπτει/ μα εγώ σε θέλω κι έχω τόσο κουραστεί/ αλλιώς το είχα φανταστεί.
Έκανα όνειρα. Έντυνα τις ελπίδες μου με τα καλά τους. Τις έστελνα έξω ευελπιστώντας πως θα συναντήσουν εσένα. Κι εμένα. Μα κατά βάθος ήξερα. Και που ήξερα; Ήλπιζα και ξεήλπιζα ταυτοχρόνως. Καί τώρα που πάψαμε να ελπίζουμε, δε μου αρκεί. Ήθελα. Ήθελα να δώσω μια ευκαιρία σε μια ελπίδα με φρου φρου κι αυτή πήγε και χάθηκε σε ωκεανό δίχως να ξέρει κολύμπι. Κι απόμεινα εγώ, να την βλέπω από μακριά να ασφυκτιά αναζητώντας οξυγόνο. Είναι που το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια και το δικό μου, στριφογυρνάει περισσότερο απ' όσο πρέπει. Αλλιώς το είχα φανταστεί. Δεν ψεύδομαι. Ήξερα εν μέρει. Και δεν ήξερα. Δεν ήξερα πως είσαι πιο απών απ' όσο πίστευα.
Ένας καφές την Κυριακή/ ό, τι απαιτώ απ' τη ζωή σου/ περνάω φάση τραγική/ να μπαίνει βάση η λογική/ στις συναντήσεις μου μαζί σου.
Δεν έχω μάθει να ζητάω. Ούτε να απαιτώ. Μόνο να καρτερώ μπας και πέσει το φιλότιμο ή η βούληση και μου δωθεί εκείνο που αποζητώ. Και δε μου δίνεται. Τούτη τη στιγμή που το 'χω περισσότερο ανάγκη, δε μου δίνεται. Κι έτσι εγώ, το περιμένω περισσότερο απ' όσο θα περίμενα υπό άλλες συνθήκες. Και δεν έρχεται. Κανείς δεν έρχεται. Ούτε κι εσύ. Κι εγώ. Εγώ παύω να έρχομαι. Φεύγω. Φεύγω γιατί δεν είμαι λογική. Ποτέ μου δεν ήμουν. Ποτέ μου δεν υπήρξα. Μα ούτε και παράλλογη. Μόνο συναισθηματική, ευαίσθητη τρόπον τινά. Κι είναι τα λόγια μου που πυροδοτούν εκρήξεις ασυναισθησίας κι εγώ... Κι εγώ απομένω να τυλίγομαι με τα ίδια μου τα χέρια. Όχι γιατί ήθελα παραπάνω από σένα. Μα παραπάνω γενικά. Από σένα, δεν ήθελα τίποτα. Ούτε θέλω τώρα. Και πότε δεν τα ζήτησα. Αν τα ζήταγα, αναρωτιέμαι. Αναρωτιέμαι, αν θα τρόμαζες περισσότερο. Αν θα τρόμαζα περισσότερο κι εγώ. Τίποτα δε θέλω. Τίποτα από σένα. Από μένα, όμως, θέλω πολλά.
Αλλιώς το είχα φανταστεί/ κι αλλιώς το πράγμα μου προκύπτει/ το σχέδιο δε με καλύπτει/ μα εγώ σε θέλω κι έχω τόσο κουραστεί/ αλλιώς το είχα φανταστεί.
Κι αν είχα φαντασία καλπάζουσα σε ποικιλόχρωμο άτι με αναβάτες δυο, τι πειράζει; Τι πειράζει που θέλω έναν άνθρωπο δίπλα μου να μαστε δυο οδοιπόροι σύντροφοι σε ταξίδι δίχως προορισμό; Και δεν μπορώ να ελπίζω πια. Δεν έχω κουράγιο να σκέφτομαι πια. Ούτε να ελπίζω, ούτε να ονειρεύομαι, ούτε να χορεύω μοναχή. Δε θέλω να χορεύω μονάχη. Είναι άσχημο να τριγυρνάς γύρω από τον εαυτό σου και να μη στέκει κανείς να σε πιάσει αν πέσεις. Και το αστείο, ξέρεις, ποιο είναι; Πως δεν ήθελα αποκλειστικά εσένα να χορέψεις μαζί μου. Ήθελα κάποιον. Κι ας ήξερα πως εμείς οι δύο δεν μπορούμε να χορέψουμε μαζί. Είπα πως θέλω. Κι ήθελα. Μα τώρα θέλω άλλα. Μη μου ζητήσεις να προσδιορίσω τ' άλλα, γιατί δε θα το κάνω. Πώς να το κάνω άλλωστε; Δε θα μου τα ζήταγες ποτέ. Κι εγώ μπορεί και να τα 'λεγα. Μπορεί και να μη μιλούσα ποτέ μου.
Εκείνο που μου λείπει περισσότερο είναι η ένταση κι η ηρεμία ταυτόχρονως. Και δεν τη βρίσκω. Πάνε δυο χρόνια από τότε που την είχα και την έχασα. Μην με παρεξηγείς, δεν τη νοσταλγώ. Μα θα θελα να την ξανάβρισκα. Δε θ΄αντέξω ποτέ να μην την ξαναβρώ. Κι όσο παύουν οι ελπίδες να θρέφουν ονείρατα απελπισμένα, παύω κι εγώ.
Η μαύρη γάτα

4 σχόλια
Write σχόλιαΌλο το κείμενο σου μου θυμίζει το πως ένιωθα στην προηγούμενη σχέση μου (η οποία ήταν η πρώτη μου μακροχρόνια σχέση!!) Πόσο τον ήθελα δίπλα μου αλλά αυτός και ήταν και δεν ήταν.. Απογοήτευση σκέτη.. αλλά εγώ εκεί να υπομένω γιατί τον αγαπούσα!!
ReplyΑπό όλο το κείμενο κρατάω το "Δεν ήθελα αποκλειστικά εσένα να χορέψεις μαζί μου. Ήθελα κάποιον". Πρόσφατα είχα μια συζήτηση με πολύ κοντινό μου πρόσωπο για το ότι δυο χρόνια τώρα -ομοιοπαθής κι εγώ- δεν έχω κάνει μια σχέση, δεν έχω βρει κάποιον τέλος πάντων κι έχω κλειστεί στον εαυτό μου. Η φίλη μου υποστηρίζει πως πρέπει να συμβιβαστώ με ό,τι μου τύχει και να μην κυνηγάω το τέλειο γιατί δεν υπάρχει. Προφανώς και δεν υπάρχει. Όμως, όσο κι αν θέλω να νιώσω αυτό που περιγράφεις ως ένταση και ηρεμία ταυτόχρονα, δεν πρόκειται να συμβιβαστώ με κάτι που δε με καλύπτει μόνο και μόνο για να μην είμαι μόνη και να έχω την ψευδαίσθηση πως χορεύω κι εγώ με κάποιον. Αν είναι να χορέψω, θέλω να χορέψω με τον κατάλληλο άνθρωπο. Μ' αυτόν που θα με παρασύρει στο χορό κι όχι μ' αυτόν που θα είναι ο πρώτος -ή ο μόνος- που θα μου το ζητήσει.
ReplyΚαι θα τον ξαναβρούμε το ρυθμό... Και θα παρασυρθούμε ξανά... Δεν παύω να ελπίζω.
ΥΓ. Θυμάμαι μια καθηγήτριά μου των λατινικών που μας είχε πει πως η λέξη κομπλεξικός προέρχεται από το λατινικό complexus (=αγκαλιά) και ουσιαστικά σημαίνει αυτό που αγκαλιάζει με τα δυο του χέρια τον ίδιο του τον εαυτό και συνεπώς κλείνεται. Με αυτή την έννοια, όλοι λίγο-πολύ δεν είμαστε κομπλεξικοί και δεν έχουμε ανάγκη μια αγκαλιά; Έστω κι αν είναι η δική μας...
Δε βαριέσαι... όλα μας προσφέρουν κάτι!
ReplyΣόρρυ για την καθυστέρηση.
Το Υ.Γ. ήταν συγκλονιστικό!
ReplyΗ ένταση κι η ηρεμία, η ταυτόχρονη δη, είναι από τις πιο ωραίες αισθήσεις.
Μήπως επειδή με αγκαλιάζω, με λες κομπλεξική; αχαχαχαχα!