Συγγνώμη
Αγαπητέ εαυτέ μου,
Δε θα σε ρωτήσω τι κάνεις. Οι ρητορικές ερωτήσεις σε τέτοιου είδους επιστολές καταντούν το γράφοντα γραφικό και συ πρέπει να ξέρεις πως δε μου αρέσει να γίνομαι γραφική. Είναι περίεργο που σου γράφω, μα ξέρω πως καμιά φορά αν γράψεις κάτι, αποκτά απτή ισχύ, που όμοια της δεν ξανάχε. Σου γράφω για πολλούς λόγους, μέσα στους οποίους κι ο προαναφερθείς. Σου γράφω για να σου πω πράγματα που με πνίγουν σε εποχές που ξέχασα να κολυμπάω. Σου γράφω γιατί ο ουσιαστικός ακροατής είσαι εσύ και μόνο εσύ.
Πάει καιρός που σ᾽έχω παραμελήσει. Νομίζω τον προηγούμενο μήνα κλείσαμε τρία χρόνια. Επέτειο παραμέλησης δεν έχω ξανακούσει. Φαίνεται, όμως, πως υπάρχει. Πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια, λοιπόν. Τρία χρόνια απουσίας. Αν κάνω έναν απολογισμό αυτών των χρόνων θα διαπιστώσω πόσα έγιναν, μα με περίσσια λύπη θα υπερτονίσω πόσα δεν έγιναν. Τρία χρόνια χαρακτηρισμένα από απουσία. Απουσία δική μου, απουσία δική σου, απουσία δική μας. Τρίχρονη η απουσία μας, εαυτέ μου.
Τρία χρόνια τώρα απουσιάζουν στη ζωή μου πολλά πράγματα: η Αθήνα - μια πόλη που εκτίμησα μόνο όταν την εγκατέλειψα, κοινωνικός περίγυρος - της αξίας, πληρότητα - που νόμιζα πως δεν είχα ποτέ, μα κάποτε τελικά είχα, ελπίδα - ποιος ξέρει πότε θα απεβιώσει εις τας ανωτέρας, ικανοποίηση - ηθική, άυλη και υλική, αναγνώριση - αναρωτιέμαι αν τη βρίσκουμε ποτέ και κάπου. Είναι περίεργο, αν αναλογιστώ, πόσα απουσιάζουν στην πάροδο τριών χρόνων.
Θα φανώ αχάριστη, αν πω πως δεν είχα κάτι. Δυστυχώς, όμως, αυτό το κάτι δεν αντισταθμίζει την απουσία τόσων άλλων. Ναι, έχω δουλειά. Ναι, υπήρχαν φορές που είχα παραπάνω χρήματα από το μέσο Έλληνα του 2014. Ναι, βρήκα μια αδελφή, αν και νόμιζα πως τόσα χρόνια ήμουν μοναχοπαίδι. Ίσως κι αυτό να ναι εκείνο που με κράτησε όρθια πολλές φορές, μα δυστυχώς, δεν ήταν ούτε είναι αρκετό. Όταν λείπουν τόσα πράγματα από τη ζωή σου, τίποτα δεν είναι αρκετό.
Πολλές φορές αναρωτιέμαι που ναι η λύση, γιατί δεν μπορεί, θα υπάρχει μια λύση. Ίσως και να μαι τυφλή που δεν τη βλέπω, μα που είναι; Λυπάμαι, εαυτέ μου, μα δεν τη βλέπω. Κι αν τη βλέπω είναι αβέβαιη. Θα μου πεις, όλα είναι αβέβαια και πρώτα απ᾽όλα το ίδιο το μέλλον, μα εγώ δεν αναζητώ τη βεβαιότητα. Την ελπίδα και το χαμένο μου εγώ, που κρύφτηκε κάτω από όλους τους υπόλοιπους, κάτω από απώλειες που είναι ταυτόσημες με τις απουσίες.
Πολλά βράδια μετρώ τις απώλειες στη ζωή μου. Και πάντα καταλήγω στην ίδια. Τη δική σου. Πρώτα έχασα την ποικιλία. Έφυγα από την Αθήνα, άφησα τη ζωή μου εκεί, τους φίλους μου, τις παρέες μου, το σπίτι μου, τη γιαγιά μου, τη ξεγνοιασιά μου. Όσο περίεργο κι αν σου ακούγεται νομίζω ήμασταν ξέγνοιαστοι εκεί. Ένα τσακ και γυρίζαμε το Πολύδροσο με τα πόδια, γράφαμε στο δάσος κάτω από το σπίτι μας, τριγυρνούσαμε ως τη ρεματιά κι αν είχαμε και κανα φράγκο που να περίσσευε πηγαίναμε και κάνα θέατρο στη ρεματιά τα καλοκαίρια. Γυρίζαμε την πλατεία του Χαλανδρίου, κατεβαίναμε στο κέντρο, χανόμασταν στα ράφια της Πολιτείας, λαχταρούσαμε τα Εξάρχεια, το Μοναστηράκι και το Θησείο. Γελάγαμε. Αυτό βασικά. Πάντα γελάγαμε. Είχαμε και τη χάρη και το όνομα. Έτσι μας έλεγαν όσοι μας γνώριζαν για πρώτη φορά. Γελάγαμε πολύ. Καμιά φορά παραπάνω από το συνηθισμένο, αλλά εντάξει, μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια. Το να μετακομίσουμε από την Αθήνα σε ένα χωριό όπως αυτό, ίσως και να ταν η χειρότερη απόφαση της ζωής μας. Συναίνεση. Συναίνεση στην καταστροφή μας. Αυτό ήταν.
Ύστερα, ήρθε η θλίψη. Πληθυντικός αριθμός, μάλλον, που θα έλεγε κι η Δημουλά. Οι θλίψεις. Θλίψεις που νόμιζες και νόμιζα πως εξαφανιζόντουσαν όταν προσπαθούσες να καλύψεις τα κενά σου και τα δικά μου με πράξεις καταναλωτισμού, με ανθρώπους που δεν άξιζαν για να εισέλθουν στη ζωή σου και τη ζωή μου, τη ζωή μας δηλαδή, με παρέες ανούσιες και βράδια δίχως μια ουσιαστική κουβέντα, με ανθρώπους που προσπάθησαν να μας επιβάλουν ένα εγώ που πρέπει να είναι έτσι κι όχι αλλιώς γιατί κάπου τους το δίδαξαν. Κι αυτές σε κάθε στραπάτσο επανέρχονταν πιο έντονες από ποτέ. Ώσπου ήρθε η μεγαλύτερη απώλεια όλων, η μη ξεπεράσιμη απώλεια του θανάτου.
Η γυναίκα που μας μεγάλωσε και που συνυπήρχαμε για 17 ολόκληρα χρόνια. Δεν τα λες και λίγα. Βρισκόμασταν σ᾽ένα τόπο χωρίς νόημα ενώ θα έπρεπε να βρισκόμασταν αλλού. Δίπλα της. Κοντά της. Πλάι της. Σιμά της. Τόσες πολλές λέξεις για να δηλώσουν το πλησίον κι όμως καμία την πραγματική του ουσία. Δε θα μας συγχωρήσω ποτέ την απουσία μας. Τη δική της δεν μπορώ να κάμω αλλιώς. Ήταν αναμενόμενη. 11 Φλεβάρη πρωί. Λες και περίμενε να περάσουν η γιορτή και τα γενέθλιά μου, χαρές δικές μας για να φύγει ήρεμα. Κι έφυγε. Κι εμείς πού ήμασταν; Δε μας συγχωρώ που προτιμήσαμε να βάλουμε άλλους πάνω από την ανάγκη μας να βρεθούμε δίπλα της. Ούτε εσένα, ούτε εμένα.
Ίσως κι αυτό να ναι το ουσιαστικό μας πρόβλημα: η αδυναμία μου να μας συγχωρέσω.
Αυτό το συμβάν αποτέλεσε και την αρχή μιας παρτίδας ντόμινο. Ένα ντόμινο ατυχών γεγονότων. A series of unfortunate events. Δε θα είμαι αχάριστη, όμως. Σε αυτά τα τρία χρόνια, όπως προείπα, υπήρχαν και κάποια θετικά στοιχεία. Μα το τίμημά τους μου μοιάζει μνημειώδες.
Λυπάμαι που σε παραμέλησα για άλλους. Λυπάμαι που σε άφησα και δεν εκπλήρωσες κανένα από τα όνειρά που είχες για μας. Λυπάμαι ειλικρινά. Κάποτε λυπόμουν άλλους, πολλές φορές ένιωθα και οίκτο για να καταλήξω εδώ. Εδώ: κυριολεκτικά και μεταφορικά. Λυπάμαι που παραμέρησα το ταλέντο μου, την επιθυμία μου να δώσω κατατακτήριες σ᾽ένα ακόμη κορεσμένο ανθρωπιστικό τμήμα, τη διατροφή μου, για να κοιτάξω έναν και μοναδικό τομέα: τη δουλειά μου. Λυπάμαι που κι αυτή δεν αναγνωρίζεται, γιατί οι άνθρωποι εδώ είναι στενόμυαλοι και λάτρεις της ανειλικρίνειας, άξιοι καταπιεστές της διαφορετικότητας, δυνάστες της ιδιαιτερότητας. Λυπάμαι που ζεις εδώ, μαζί μου και χώρια μου. Λυπάμαι που σου γράφω.
Θέλω να σου υποσχεθώ πως θα αλλάξει κάτι στο άμεσο μέλλον. Θέλω να μαι αισιόδοξη αν και είμαι εκ φύσεως πεσιμίστρια. Θέλω να πιστεύω πως η ελπίδα κρύβεται μέσα στην αγκαλιά της Βάνας, στα δάχτυλα της Σοφίας, στις μπούκλες της Ελένης, στο "όλα θα πάνε καλά" της Βάσως, στα μάτια του Ορέστη, σε εμένα την ίδια. Πως δεν έχει χαθεί, θέλω να πιστεύω. Θέλω να ψάξω να τη βρω. Μα πρώτα πρέπει να μας συγχωρέσω. Ελπίζω να κάνεις κι εσύ το ίδιο.
Συγγνώμη.
Η μαύρη γάτα
