Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανησυχίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ανησυχίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Συγγνώμη

Αγαπητέ εαυτέ μου,

Δε θα σε ρωτήσω τι κάνεις. Οι ρητορικές ερωτήσεις σε τέτοιου είδους επιστολές καταντούν το γράφοντα γραφικό και συ πρέπει να ξέρεις πως δε μου αρέσει να γίνομαι γραφική. Είναι περίεργο που σου γράφω, μα ξέρω πως καμιά φορά αν γράψεις κάτι, αποκτά απτή ισχύ, που όμοια της δεν ξανάχε. Σου γράφω για πολλούς λόγους, μέσα στους οποίους κι ο προαναφερθείς. Σου γράφω για να σου πω πράγματα που με πνίγουν σε εποχές που ξέχασα να κολυμπάω. Σου γράφω γιατί ο ουσιαστικός ακροατής είσαι εσύ και μόνο εσύ. 

Πάει καιρός που σ᾽έχω παραμελήσει. Νομίζω τον προηγούμενο μήνα κλείσαμε τρία χρόνια. Επέτειο παραμέλησης δεν έχω ξανακούσει. Φαίνεται, όμως, πως υπάρχει.  Πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια, λοιπόν. Τρία χρόνια απουσίας. Αν κάνω έναν απολογισμό αυτών των χρόνων θα διαπιστώσω πόσα έγιναν, μα με περίσσια λύπη θα υπερτονίσω πόσα δεν έγιναν. Τρία χρόνια χαρακτηρισμένα από απουσία. Απουσία δική μου, απουσία δική σου, απουσία δική μας. Τρίχρονη η απουσία μας, εαυτέ μου.  
Τρία χρόνια τώρα απουσιάζουν στη ζωή μου πολλά πράγματα: η Αθήνα - μια πόλη που εκτίμησα μόνο όταν την εγκατέλειψα, κοινωνικός περίγυρος - της αξίας, πληρότητα - που νόμιζα πως δεν είχα ποτέ, μα κάποτε τελικά είχα, ελπίδα - ποιος ξέρει πότε θα απεβιώσει εις τας ανωτέρας, ικανοποίηση - ηθική, άυλη και υλική, αναγνώριση - αναρωτιέμαι αν τη βρίσκουμε ποτέ και κάπου. Είναι περίεργο, αν αναλογιστώ, πόσα απουσιάζουν στην πάροδο τριών χρόνων.  
Θα φανώ αχάριστη, αν πω πως δεν είχα κάτι. Δυστυχώς, όμως, αυτό το κάτι δεν αντισταθμίζει την απουσία τόσων άλλων. Ναι, έχω δουλειά. Ναι, υπήρχαν φορές που είχα παραπάνω χρήματα από το μέσο Έλληνα του 2014. Ναι, βρήκα μια αδελφή, αν και νόμιζα πως τόσα χρόνια ήμουν μοναχοπαίδι. Ίσως κι αυτό να ναι εκείνο που με κράτησε όρθια πολλές φορές, μα δυστυχώς, δεν ήταν ούτε είναι αρκετό. Όταν λείπουν τόσα πράγματα από τη ζωή σου, τίποτα δεν είναι αρκετό. 
Πολλές φορές αναρωτιέμαι που ναι η λύση, γιατί δεν μπορεί, θα υπάρχει μια λύση. Ίσως και να μαι τυφλή που δεν τη βλέπω, μα που είναι; Λυπάμαι, εαυτέ μου, μα δεν τη βλέπω. Κι αν τη βλέπω είναι αβέβαιη. Θα μου πεις, όλα είναι αβέβαια και πρώτα απ᾽όλα το ίδιο το μέλλον, μα εγώ δεν αναζητώ τη βεβαιότητα. Την ελπίδα και το χαμένο μου εγώ, που κρύφτηκε κάτω από όλους τους υπόλοιπους, κάτω από απώλειες που είναι ταυτόσημες με τις απουσίες. 
Πολλά βράδια μετρώ τις απώλειες στη ζωή μου. Και πάντα καταλήγω στην ίδια. Τη δική σου. Πρώτα έχασα την ποικιλία. Έφυγα από την Αθήνα, άφησα τη ζωή μου εκεί, τους φίλους μου, τις παρέες μου, το σπίτι μου, τη γιαγιά μου, τη ξεγνοιασιά μου. Όσο περίεργο κι αν σου ακούγεται νομίζω ήμασταν ξέγνοιαστοι εκεί. Ένα τσακ και γυρίζαμε το Πολύδροσο με τα πόδια, γράφαμε στο δάσος κάτω από το σπίτι μας, τριγυρνούσαμε ως τη ρεματιά κι αν είχαμε και κανα φράγκο που να περίσσευε πηγαίναμε και κάνα θέατρο στη ρεματιά τα καλοκαίρια. Γυρίζαμε την πλατεία του Χαλανδρίου, κατεβαίναμε στο κέντρο, χανόμασταν στα ράφια της Πολιτείας, λαχταρούσαμε τα Εξάρχεια, το Μοναστηράκι και το Θησείο. Γελάγαμε. Αυτό βασικά. Πάντα γελάγαμε. Είχαμε και τη χάρη και το όνομα. Έτσι μας έλεγαν όσοι μας γνώριζαν για πρώτη φορά. Γελάγαμε πολύ. Καμιά φορά παραπάνω από το συνηθισμένο, αλλά εντάξει, μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια. Το να μετακομίσουμε από την Αθήνα σε ένα χωριό όπως αυτό, ίσως και να ταν η χειρότερη απόφαση της ζωής μας. Συναίνεση. Συναίνεση στην καταστροφή μας. Αυτό ήταν. 
Ύστερα, ήρθε η θλίψη. Πληθυντικός αριθμός, μάλλον, που θα έλεγε κι η Δημουλά. Οι θλίψεις. Θλίψεις που νόμιζες και νόμιζα πως εξαφανιζόντουσαν όταν προσπαθούσες να καλύψεις τα κενά σου και τα δικά μου με πράξεις καταναλωτισμού, με ανθρώπους που δεν άξιζαν για να εισέλθουν στη ζωή σου και τη ζωή μου, τη ζωή μας δηλαδή, με παρέες ανούσιες και βράδια δίχως μια ουσιαστική κουβέντα, με ανθρώπους που προσπάθησαν να μας επιβάλουν ένα εγώ που πρέπει να είναι έτσι κι όχι αλλιώς γιατί κάπου τους το δίδαξαν. Κι αυτές σε κάθε στραπάτσο επανέρχονταν πιο έντονες από ποτέ. Ώσπου ήρθε η μεγαλύτερη απώλεια όλων, η μη ξεπεράσιμη απώλεια του θανάτου. 
Η γυναίκα που μας μεγάλωσε και που συνυπήρχαμε για 17 ολόκληρα χρόνια. Δεν τα λες και λίγα. Βρισκόμασταν σ᾽ένα τόπο χωρίς νόημα ενώ θα έπρεπε να βρισκόμασταν αλλού. Δίπλα της. Κοντά της. Πλάι της. Σιμά της. Τόσες πολλές λέξεις για να δηλώσουν το πλησίον κι όμως καμία την πραγματική του ουσία. Δε θα μας συγχωρήσω ποτέ την απουσία μας. Τη δική της δεν μπορώ να κάμω αλλιώς. Ήταν αναμενόμενη. 11 Φλεβάρη πρωί. Λες και περίμενε να περάσουν η γιορτή και τα γενέθλιά μου, χαρές δικές μας για να φύγει ήρεμα. Κι έφυγε. Κι εμείς πού ήμασταν; Δε μας συγχωρώ που προτιμήσαμε να βάλουμε άλλους πάνω από την ανάγκη μας να βρεθούμε δίπλα της. Ούτε εσένα, ούτε εμένα. 
Ίσως κι αυτό να ναι το ουσιαστικό μας πρόβλημα: η αδυναμία μου να μας συγχωρέσω.
Αυτό το συμβάν αποτέλεσε και την αρχή μιας παρτίδας ντόμινο. Ένα ντόμινο ατυχών γεγονότων. A series of unfortunate events. Δε θα είμαι αχάριστη, όμως. Σε αυτά τα τρία χρόνια, όπως προείπα, υπήρχαν και κάποια θετικά στοιχεία. Μα το τίμημά τους μου μοιάζει μνημειώδες. 
Λυπάμαι που σε παραμέλησα για άλλους. Λυπάμαι που σε άφησα και δεν εκπλήρωσες κανένα από τα όνειρά που είχες για μας. Λυπάμαι ειλικρινά. Κάποτε λυπόμουν άλλους, πολλές φορές ένιωθα και οίκτο για να καταλήξω εδώ. Εδώ: κυριολεκτικά και μεταφορικά. Λυπάμαι που παραμέρησα το ταλέντο μου, την επιθυμία μου να δώσω κατατακτήριες σ᾽ένα ακόμη κορεσμένο ανθρωπιστικό τμήμα, τη διατροφή μου, για να κοιτάξω έναν και μοναδικό τομέα: τη δουλειά μου. Λυπάμαι που κι αυτή δεν αναγνωρίζεται, γιατί οι άνθρωποι εδώ είναι στενόμυαλοι και λάτρεις της ανειλικρίνειας, άξιοι καταπιεστές της διαφορετικότητας, δυνάστες της ιδιαιτερότητας. Λυπάμαι που ζεις εδώ, μαζί μου και χώρια μου. Λυπάμαι που σου γράφω. 
Θέλω να σου υποσχεθώ πως θα αλλάξει κάτι στο άμεσο μέλλον. Θέλω να μαι αισιόδοξη αν και είμαι εκ φύσεως πεσιμίστρια. Θέλω να πιστεύω πως η ελπίδα κρύβεται μέσα στην αγκαλιά της Βάνας, στα δάχτυλα της Σοφίας, στις μπούκλες της Ελένης, στο "όλα θα πάνε καλά" της Βάσως, στα μάτια του Ορέστη, σε εμένα την ίδια. Πως δεν έχει χαθεί, θέλω να πιστεύω. Θέλω να ψάξω να τη βρω. Μα πρώτα πρέπει να μας συγχωρέσω. Ελπίζω να κάνεις κι εσύ το ίδιο. 
Συγγνώμη. 

Η μαύρη γάτα

4 στοιχεία

Είμαι φωτιά. Φωτιά που καίει, φλεγόμενη βάτος, πυρακτωμένη έμπνευση που με κατακλύζει και δεν οδηγεί πουθενά. Καίνει οι φλόγες μου και σιγοκαίνε τα αδύναμα ξερόκλαδα που κείτονται κάτωθεν μου. Κρυφοζητώ μια άλλη φλόγα να κάψει τα σωθηκά μου, μια φλόγα που λαχταρώ να με πλυμμηρίσει κι εγώ να με αφήσω να καώ, έναν εμπρηστή να λατρέψει τη φωτιά μου. Μα δεν είναι πουθενά κι εγώ καίω μονάχη μου. Καίω στο διάβα μου περαστικούς που δεν ανέχονται τη φλόγα μου και στάζουν στάλες υγρού απάνω μου. Μα εγώ το μετουσιώνω σε υγρό πυρ κι ύστερα γίνομαι νερό. 
Είμαι νερό. Νερό που κυλάει σε ποτάμια και δε γυρνάει πίσω. Μα εγώ επιθυμώ να γυρίσω πίσω. Πίσω σε μια λίμνη ευτυχίας που θεωρούσα ιδανική. Μα εκείνη αποξυράνθηκε κι εγώ στάζω τις στάλες μου σε καταρράχτες αναμφίβολου παρόντος. Σε ένα αδιέξοδο παρόν στεγάζεται το μέλλον μου. Κι εγώ νερό τρεχούμενο αφήνομαι να πέσω και αδυνατώ να σηκωθώ. Βαρύτητα ονομάζω την αδυναμία και την αδράνεια του εγώ μου. Και σε μια έξαρση του πνεύματός μου πηδώ και ακουμπώ στη γη.
Είμαι γη. Μα ποτέ δεν πάτησα κατάχαμα. Ποτέ δε δέχτηκα την πραγματικότητα της στεριάς. Ποτέ δεν αγάπησα τον τόπο. Εγώ σαν γη, αφέθηκα να με μυρίζουν και να λησμονούν τη μυρωδιά του βρεγμένου σώματος μετά από ξαφνική μπόρα. Τυλίχτηκα με λάσπες και σιώπησα. Κρύφτηκα σε άγονα εδάφη και ξεχάστηκα. Ξέχασα τη γη κι ας ήμουν η ίδια. Γιατί στην πραγματικότητα, δεν ήμουν γη ποτέ. Ήμουν αέρας. 
Είμαι αέρας. Φτερό σε ανεμοδαρμένα ύψη που περπατάει με ανέμους αντί μαγικών χαλιών. Τυλίγομαι με πέπλα συννέφων και κλείνω τα μάτια ανοίγοντας τα ρουθούνια μου για εισπνοή. Και εισπνέοντας τον αέρα βιώνω εμένα. Κι ο αέρας είναι ελεύθερος. Με μια του λέξη μετακινείσαι και χάνεσαι και υπάρχεις και ξαναβρίσκεσαι και ζεις. Ζεις ελεύθερος σε τόπους που σε αποδέχονται γι' αυτό που είσαι. Για τη λάβα, το υγρό πυρ, τα δάκρυα, τα βράχια και τα αερικά που έχεις βαθιά μέσα σου και τ' αφήνεις να συνυπάρχουν. 
Μα δεν μπορείς να συνυπάρξεις. 

Η μαύρη γάτα

Δε μοχθούμε πια.

Δεν έχουμε μάθει να μοχθούμε.
Δεν ξέρω αν η πλειοψηφία των Ελλήνων είναι έτσι, ή ένα μεγάλο ποσοστό τους. Όπως και να ΄χει δεν έχουμε μάθει να μοχθούμε, να κοπιάζουμε για να αποκτήσουμε κάτι. Θέλουμε την ευκολία γιατί αυτό μας καθιστά αδρανείς και η αδράνεια είναι η ιδιότητα της ύλης. Δεν βλέπουμε αυτό που είναι μπροστά μας: η αδράνεια δεν οδηγεί πουθενά, αλλά ο κόπος στην επιτυχία. Αλλά θέλουμε να επιτύχουμε. Να επιτύχουμε χωρίς κόπο, χωρίς ιδρώτα, χωρίς να κουνήσουμε το δαχτυλάκι μας. Γιατί να μην το κάνουμε, αφού μπορούμε; Αυτό, άλλωστε, είναι και το πιο εύκολο.
Η ευκολία μας χαρακτηρίζει όπως και η αδράνεια. Ψάχνουμε πάντα την πιο εύκολη -προφανή δη- λύση, γιατί έτσι θα γίνει αυτό που προσφωκούμε. Δε διανοούμαστε πως ο κόπος μας είναι εκείνος που θα δώσει αξία στην όλη επίπονη διαδικασία. Η λέξη επίπονος κρύβει μέσα της το μόχθο. Αλλά όχι, ο μόχθος δεν βρίσκεται στο λεξιλόγιο μας, όπως και η συνειδητοποίηση. Δε βλέπουμε τα λάθη μας, δε βλέπουμε εμάς. Μόνο επικρίνουμε τους άλλους, τους καθιστούμε υπεύθυνους για δικά μας λάθη, δικές μας αποτυχίες, δικές μας απουσίες. Είμαστε απόντες στην ίδια μας τη ζωή όταν δεν προσπαθούμε. 
Και με θλίβει. Με θλίβει το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η αναξιοκρατία, η οποία συντηρείται γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, για την ευκολία της πράξης. Είναι πιο εύκολο να επικρίνουμε τον άλλον για τη δουλειά που δεν κάνει καλά, παρά να βελτιώσουμε τη δική μας. Είναι πιο εύκολο να κατηγορήσουμε το γείτονά μας, γιατί δεν είναι καλός οικογενειάρχης, όταν θα ήταν πιο εύκολο να φροντίσει τη δική του και να πάψει να απασχολεί τον εαυτό του με τις ζωές των άλλων. Είναι πιο εύκολο να υπάρχουμε μέσα από τις ζωές των άλλων, παρά να ζήσουμε τη δική μας. 
Κι έτσι ο κόσμος βρίσκεται σε διαρκή αδράνεια και δεν προοδεύει, μόνο παραμένει στάσιμος. Μα το ποτάμι ρέει και δε γυρνά. Κι εγώ τον κόσμο θα τον αλλάξω. 
Η μαύρη γάτα

Τα όχι και τα ναι, χορό θα στήσουνε στην πόρτα του σπιτιού σου.

Ως άνθρωποι, συνηθίζουμε να λέμε όχι. Όχι, το όχι το αρνητικό, το αντίθετο του καταφατικού ναι, αλλά το όχι, εκείνο που λέμε καθώς αποφασίζουμε να προχωρήσουμε. Λέμε όχι σε ανθρώπους, σε συμπεριφορές, σε στιγμές, σε συνήθειες. Λέμε όχι, γιατί έτσι θεωρούμε πως θα προχωρήσουμε ευκολότερα στη ζωή μας και θα αφήσουμε πίσω όλα εκείνα στα οποία λέμε όχι. Και δε λέμε ναι.
Ναι, σ εκείνα που θα μπορούσαν να μας βοηθήσουν, σ' εκείνα που θέλουμε και αξίζουμε να θυμόμαστε. Γιατί θεωρούμε πως η λύτρωση θα επέλθει με τη λήθη και θα απωλεθεί με τη μνήμη. Κι όμως, το ναι ίσως και να ναι λυτρωτικότερο του όχι. Ίσως γιατί το εν λόγω όχι μας εξανδραποδίζει, αντί να μας απελευθερώνει εν τέλει. Έτσι νομίζουμε κι ομοιοτρόπως πράττουμε. 
Και λέμε όχι. 
Κι αν πούμε ναι; Κι αν πούμε ναι στους ανθρώπους που πέρασαν από δίπλα μας και ξεστράτησαν της κοινής μας πορείας τι πειράζει; Αφού περάσαμε καλά μαζί τους, αφού έχουμε να θυμόμαστε από αυτούς πράγματα γλυκόπικρα, αφού πήραμε από εκείνους το κομμάτι τους και δώσαμε κι εμείς με τη σειρά μας το δικό μας. Αφού δημιουργήσαμε ένα κράμμα ανθρώπου ξεχωριστού και ιδιαίτερου, όπως είμαστε εμείς. Μοναδικοί. Κι αν πούμε ναι σε συμπεριφορές που μας εντυπωσίασαν και μας αιφνιδίασαν, γιατί αυτές αξίζει να θυμόμαστε, τι πειράζει; Τι πειράζει, αφού για να εμφανιστούν θεμελιώθηκε η βάση τους με κόπο πνευματικό. Κι αν πούμε ναι σε στιγμές, οι οποίες δε θα ξαναέρθουν αλλά είναι άξιες συγκράτησης στη μη βραχυχρόνια μνήμη μας; Πως να πειράζει, αφού εκείνες ξεχώρισαν κι εκείνες θυμόμαστε σαν προσπαθούμε να ξεχάσουμε τα όχι σε στιγμές άξιες διαγραφής παντοτινής. Κι αν πούμε ναι σε συνήθειες μικρές και ιδιάζουσες , σαν περιπτώσεις λιλιπούτειες που ξεχωρίζουν του συνόλου, πειράζει; Εκείνες τις στιγμές, θελουμε να θυμόμαστε για να αντλούμε δύναμη απ' την πηγή ζωτικότητάς μας, όταν αδυνατούμε να συνειδητοποιήσουμε καταστάσεις ασύλληπτες για το νου μας, που μόνο μικρός δεν είναι. Αφού εκείνες οι στιγμές ξεστρατίζουν και συνάδουν στην ποικιλομορφία των αναμνήσεών μας. Κι αν πούμε ναι;
Μα λέμε όχι. Γιατί το όχι μοιάζει πιο εύκολο από το ναι, κι ας αποτελούνται και τα δύο από τρία γράμματα. Γιατί το όχι φαντάζει πιο δύσκολο συνάμα και θέτουμε τον εαυτό μας σε δοκιμασία, αναγκάζοντας τον να πει όχι. Αν πούμε όχι, θα έχουμε ξεπεράσει τα εμπόδια, πιστεύουμε. Επιδαψιλεύουμε αέναα όχι ενός υπερκαταναλωτή εαυτού και θάβουμε ζωντανά ναι. Αυτό πράττουμε.
Ας πούμε κι ένα ναι κι ας πέσει χάμω. Δε χάθηκε κι ο κόσμος - μας. 

Η μαύρη γάτα

Γιν - γιαν.

Αυτό το πράγμα που όλοι σκεφτόμαστε τον εαυτό μας, πρέπει να σταματήσει και πρέπει να συνεχιστεί ταυτοχρόνως και αδιαλείπτως.
Πού είναι το κακό να σκέφτεσαι τον εαυτό σου, θα μου πεις, θα με ρωτήσεις, θα διερωτηθείς ο ίδιος, μικρός κι ανόητος. Και θα σου απαντήσω πως το κακό δε βρίσκεται πουθενά και σε μια παράκρουση φιλοσοφικής αναζήτησης, θα προσθέσω πως το κακό ενυπάρχει μέσα μας, συνυφασμένο με την ύπαρξή μας, άκριτα συνδεδεμένο με το καλό που γειτονεύουν εντός της εσωτερικής μας πολυκατοικίας.
Είμαστε μαύροι κι άσπροι, καλοί και κακοί. Κανένα κακό δε βλέπω σε αυτό και δεν υπάρχει. Πρέπει να υπάρχει η ισορροπία, η κοσμική θεότητα που διέπει όλη την πλάση για να αποδείξει τη τραγελαφική τούτη συνύπαρξη. Κι η ισορροπία υπάρχει. Εγώ, τουλάχιστον, πιστεύω σε αυτή περισσότερο ίσως απ' όσο πρέπει. Είμαστε μαύροι κι άσπροι, καλοί και κακοί, λοιπόν. Και πού 'ναι το κακό;
Το κακό έρχεται και καταπατά το καλό, τη στιγμή εκείνη που γινόμαστε κακοί με τους καλούς και καλοί με τους κακούς. Κι αν αυτές οι δύο κατηγορίες ονομάζονται παιδικά έτσι, συγχωρέστε με.
Περιμένουμε από τους άλλους να εμφανιστούν στη ζωή μας τη στιγμή που τους έχουμε περισσότερο ανάγκη, μα εκείνοι αρνούνται πεισματικά - όχι να εστιάσουν- μα να δουν τι συμβαίνει γύρω μας. Έχουν τα δικά τους προβλήματα. Ναι, οκ. Όλοι έχουμε. Και ναι, οκ, δέχομαι πως δεν περιμένουμε από τον άλλον να μας χαϊδέψει αυτιά, χέρια, πόδια και μαλλιά και να μας κανακέψει, παρακαλώντας μας να του πούμε τι μας ταλανίζει, τι δεν πληρώνει τις ματαιόδοξες υπάρξεις μας. Τότε γιατί συνυπάρχουμε; Γιατί δεν κλεινόμαστε όλοι σ ένα λευκό δωμάτιο να μην έχουμε ούτε την έγνοια του χρωματολόγιου του τοίχου;
Θες να ενδιαφερθεί ο άλλος για σένα κι ας ενδιαφέρεσαι εσύ για τον εαυτό σου πρώτος. Θες, γιατί δεν μπορείς να είσαι μόνος σου κι η μοναξιά είναι η μεγαλύτερη φοβία που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος. Και τραγούδια την κάνει, και τη μοίρα του κλαίει εξαιτίας της, και σε θεό την ανάγει και σε τρόμο τη βλέπει να έρπεται προς το μέρος του με τη μορφή Ερινύας. Και; Πρέπει να περάσει και τούτη τη φάση μονάχος του, γιατί όλοι έχουμε προβλήματα. Πρέπει γιατί βλέπει πως οι άνθρωποι που θεωρούσε σιμά του, εκείνοι οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται - γιατί φυσικά έχουν κι αυτοί προβλήματα!- κι αν ενδιαφερθούν θα το καταλάβεις πως σε ακούνε απλώς για να σε ακούσουν, με τη βαρυγκόμηση, κάνοντας μηχανικά μια εργασία που κατέληξε να είναι τυποποιημένη κι αυτή σε μια τεχνοκρατική κοινωνία. Κρατάμε το ακουστικό κι ακούμε, μα δεν αντιλαμβανόμαστε. Η αντίληψη, δυστυχώς, είναι προνόμιο των λίγων. Είδος προς εξαφάνιση, ίσως. Ίσως, μια μέρα - που λέει και ο τραγουδοποιός.
Φτάνεις στο σημείο, λοιπόν, να κάνεις μια αξιολόγηση: Το κέντρο της αξιολόγησης είσαι εσύ - φυσικά. Άλλωστε για σένα, γίνεται και το παρατράγουδο. Βλέπεις, λοιπόν, φίλους παλιούς να αδιαφορούν τη στιγμή της προσωπικής σου κρίσης. Ναι, ναι, μπορεί η κρίση σου να είναι ουτοπική, αδιάφορη, περαστική. Δεν παύει, όμως, να είναι το ζόρι σου. Και ναι, θες ανθρώπους δίπλα σου. Όχι για να σε κανακέψουν. Όχι. Κι όταν βλέπεις πως δεν είναι, αξιολογείς.
Κι αυτοί φεύγουν. Όχι, γιατί οι άνθρωποι πάντα φεύγουν, αλλά γιατί οι άνθρωποι επιλέγουν. Επιλέγουν που θα μείνουν, επιλέγουν πότε θα φύγουν.
Είναι όλα επιλογές. Είναι;

Η μαύρη γάτα

Η αξία του να είσαι εσύ

Πάντα ένιωθα πως δεν ανήκω κάπου. Πως είμαι διαφορετική κι αυτό ενοχλεί, περιορίζει, δυσκολεύει, είναι δυσεπίλυτο πρόβλημα για τους άλλους. Ένα πρόβλημα που εγώ έπρεπε να λύσω για να με αποδεχτούν. Αλλιώς, έπρεπε να υποστώ τη διαφορετικότητα του άλλου, αδιαφορώντας για τη δική μου. Ξέρεις, διαφορετικότητα δεν σημαίνει μόνο να έχεις διαφορετικές σεξουαλικές προτιμήσεις από τις συνηθισμένες, νοητική ιδιαιτερότητα - μειωμένη ή αυξημένη-, να διαφέρεις εν ολίγοις κι εν πολλοίς απ' το σωρό. Διαφορετικότητα σημαίνει να είσαι εσύ. Ο καθένας από εμάς είναι διαφορετικός. Μοιάζουμε μεταξύ μας, αλλά κατά βάση διαφέρουμε. Διαφέρουμε στις αντιδράσεις, στις συμπεριφορές, στο χαρακτήρα, στις απόψεις, στην έκφρασή τους, στην αντίληψη της πραγματικότητας, στη λογική, στις έξεις, στις αξίες, στον πυρήνα μας. Η μόνιμη κοινή ιδιότητα που ενώνει εμάς τα ζώα είναι ότι ο κεντρικός θεμελιώδης πυλώνας της ύπαρξης μας είναι ότι είμαστε όλοι ζώα- άνθρωποι. Τότε ναι, βάσει τούτου, είμαστε όλοι ίδιοι. Αλλά δεν είμαστε. 
Ευτυχώς που δεν είμαστε. Ευτυχώς, γιατί ένας κόσμος με ανθρώπους πανομοιότυπους δε θα 'χε αξία και θα ήταν αν μη τι άλλο βαρετός, αν όχι ουτοπικά πλασμένος. Κι έτσι, ο καθένας μας διαφέρει κάπου. Διαφέρει πρακτικά και θεωρητικά και συνεχίζει να διαφέρει όταν αναγνωρίσει την διαφορετικότητά του, μα παύει να διαφέρει όταν την εγκαταλείψει και προσπαθεί να ομοιογενοποιηθεί με τη μάζα. Εντός της μάζας, είναι δυσδιάκριτα τα όρια του καθενός από εμάς, με αποτέλεσμα να λησμονούμε το ποιοι είμαστε. Άραγε, θέλουν όλοι να δουν ποιοι πραγματικά είναι ή αρέσκονται στο να είναι κρυψίνοι των εαυτών τους. 
Πάντα ένιωθα πως δεν ανήκω κάπου. Υπήρξα σε μεγάλο βαθμό συγκαταβατική, ρίχνοντας την ευθύνη στην αναποφάσιστη και αναβλητική φύση μου, αφήνοντας την κολομβιανή ανακάλυψη της προσωπικής μου Αμερικής για την Ινδία των άλλων. Ερωτευόμουν τους εαυτούς των άλλων κι απορούσα πως οι άλλοι δεν έβλεπαν την ευγένεια της ψυχής μου, πως καταπιεζόντουσαν από την αγάπη που αισθανόμουν, πως δεν εμπιστευόντουσαν εμένα, πως έκριναν μια Χαρά που κρινόταν εξ ιδίων μέσω των κρίσεων των άλλων. Έτσι με όριζα. Όπως με βλέπουν οι άλλοι: ευαίσθητη μέχρι αδηφαγίας, ευσυγκίνητη που επιδιώκει τη συναισθηματική φόρτιση για να απεφορτιστεί το φορτίο που κουβαλούσε σε δύο κόλλες λευκό ή κιτρινωπό χαρτί πιστεύοντας πως με το να δημιουργώ και να παράγω ανακάλυπτα εμένα και δεν άφηνα κάποιον άλλον να με δει, φοβούμενη πως το θέαμα θα ήταν κατακριτέο. Έτσι, ποτέ δεν ήξερα τι έγραφα ή γιατί το έγραφα: η μόνιμη δικαιολογία. Εκείνη κι η πεποίθηση πως είμαι έξυπνη. 
Τώρα, μπορώ να πω με σιγουριά πως δεν ήμουν έξυπνη τόσα χρόνια. Όχι, όσο θα μπορούσα να ήμουν. Έξυπνος δεν είναι ο άνθρωπος που βάζει το πρόβλημα του άλλου άνωθεν του δικού του, δεν είναι εκείνος που χάνεται αντί να βρεθεί, δεν είναι εκείνος που αφήνεται να αφεθεί κι ύστερα προσπαθεί να ρίξει ευθύνες στους άλλους, ούτε εκείνος που δεν αντιλαμβάνεται τη λογική που διαθέτει όταν προσπαθούν να τον πείσουν πως οι πράξεις του κι ο ίδιος είναι παράλογος. Εκείνος ο άνθρωπος είναι πιο χαζός από εκείνον που πραγματικά είναι. Γιατί ο εν γνώσει χαζός, έχει επίγνωση της ηλιθιότητάς του, ενώ ο εν δυνάμει αφήνεται να αγγίξει τα όρια της ηλιθιότητας μόνο και μόνο γιατί έχει αφεθεί στην πίστη πως δεν υπάρχει η οντότητά του. 
Τους τελευταίους πέντε μήνες βλέπω πόσο έξυπνη είμαι στην πραγματικότητα. Έχω μπει στη διαδικασία να αναγνωρίσω και να ερωτευτώ τη διαφορετικότητά μου. Δεν απόρησα όταν συνειδητοποίησα πως η πληρότητα της ύπαρξής μου ήμουν εγώ και κανείς άλλος. Δεν πληρώνεται με έναν άντρα, με δύο φίλους, μ' ένα ζευγάρι υλικά αγαθά, με την πένα, αλλά μ' εμένα την ίδια. Και μ' αρέσω όπως είμαι. 
Θέλω να 'χω ισορροπία στη ζωή μου. Να γελάω και να κλαίω και να μη σκέφτομαι αν το γέλιο μου επειδή είναι δυνατό θα ακολουθήσουν επικριτικά σχόλια, ή το κλάμα μου θα προκαλέσει τον οίκτο ή την απέχθεια γιατί είμαι ευσυγκίνητη. Θέλω να επικοινωνώ με τους ανθρώπους και να συναναστρέφομαι με εκείνους που εκπέμπουμε στο ίδιο μήκος κύματος κι όχι μ' εκείνους που κομπλεξαρίζονται ή με υποτιμούν γιατί τους βολεύει και τρέφονται από αυτό. Θέλω να προσπαθώ και να αναγνωρίζεται η προσπάθειά μου. Να μην κάνω εκπτώσεις στις επιλογές μου, επειδή θεωρώ πως δεν έχω άλλες. Να είμαι σκληρή με μένα κι αν ο άλλος θέλει να κάνει το ίδιο να έχω τη δύναμη να το αντέξω. Να είμαι εγώ, γιατί έχω επίγνωση του ποια πραγματικά είμαι και να μην μεταμορφώνομαι σε χαμαιλέοντα μόνο και μόνο για να νιώσω πως ταιριάζω κάπου. Γιατί τελικά, εκεί που θεωρούσα πως δεν ήμουν εφαπτομένη, αποδείχθηκε πως είμαι κι εγώ κομμάτι του παζλ, ενώ εκεί που πάλευα να κολλήσω και να μεταμορφωθώ η ίδια μου η ύπαρξη πείσμωνε κι αρνιόταν όσο κι αν την πίεζα γιατί εκείνο που κατά βάθος επιζητούσα ήταν διαφορετικό - όπως κι εγώ.
Η Χαρά πάντα ήταν το καλό κορίτσι, η καλή μαθήτρια, η καλή φίλη που ώρες- ώρες τσινούσε δίχως λόγο και τα γκρέμιζε όλα, η μονογαμική γκόμενα, η μοναχική φύση, η αραχτή φοιτήτρια με το ανοιχτό μυαλό και το μη χαλαρό ήθος, η σωστή κόρη, η αντιδραστική εγγονή, η πληγωμένη κοπέλα που δεν ήξερε γιατί της φέρθηκαν έτσι, αφού δεν έκανε κάτι λάθος. Είναι που είναι ευκολότερο να εστιάζουμε στα λάθη των άλλων παρά στα δικά μας. Και συγχωρούσα τους άλλους, μα δεν το έκανα, γιατί δεν συγχωρούσα πρώτα εμένα. Εμένα που τους επέτρεψα να κάνουν τα λάθη εκείνα εις βάρος μου. 
Τώρα, η Χαρά συνεχίζει να είναι καλό κορίτσι. Όχι με όλους, αλλά με όσους πρέπει κι όσους το κερδίζουν/αξίζουν. Είναι καλύτερη φίλη, γιατί σκέφτεται και τον εαυτό της, όταν χρειάζεται. Δεν χαϊδεύει τα αυτιά των φίλων, μα λέει αυτό που σκέφτεται και σηκώνει το χέρι της για δείξει πως δεν είμαστε τέλειοι, αλλά κάνουμε λάθη. Λάθη, που αν δεν τα δούμε εμείς σε πρώτη φάση, πρέπει να μας τα υποδείξουν οι φίλοι μας. Έχει λίγους φίλους. Την Ασημίνα, τον Κώστα, την Αλεξάνδρα, τη Γιώτα, τη Λίνα και τον ξάδελφό της, το Γιώργο στην Αθήνα και την Κατερίνα στη Μήλο. Φίλους, που ξεχνάει να τους πάρει τηλέφωνο ή βαριέται, αλλά τους σκέφτεται καθημερινά. Έχει και στην Κρήτη, το Γιάννη και τη Βάνα και αν και σύντομα κρίνει πως φίλες της είναι η Ελένη κι η Βάσω. Πριν δυο χρόνια, στην Κρήτη δεν είχε κανέναν. Και τώρα, έχει τέσσερις. Δεν είναι κι η ίδια Χαρά. Το παιδί Χαρά, ενυπάρχει εντός της, μα βρίσκεται εκεί που πρέπει, ώστε να 'ρθει στην επιφάνεια η ενήλικη Χαρά των 25 χρόνων. Συνεχίζει να είναι μονογαμική και να περιμένει τον έρωτα της ζωής να ταρακουνήσει τη μοναχική της φύση. Είναι φιλόλογος με τη βούλα πια και κάνει αυτό που σπούδασε κι αγαπά. Το μυαλό της ανοίγει, ανακαλύπτοντας τον εαυτό της, αλλά το ήθος της δε χαλαρώνει. Είναι σωστότερη κόρη, γιατί προσπαθεί να ανεξαρτητοποιηθεί και να αποκαλύψει ποια έφεραν στον κόσμο, δύο γονείς που δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και μαζί της. Αντιδραστική εγγονή, δεν είναι πια, γιατί δε μένει με τη γιαγιά της, αλλά μόνη της. Που και που της λείπει η σκληρή γριά με το στενό μυαλό στο μεγάλο κεφάλι. Ίσως και να της λείπει πιο πολύ από την πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Όπως της λείπουν τα ξαδέλφια της. Η Χαρά τώρα, είναι πληγωμένη. Λαβωμένη από τον ίδιο της τον εαυτό κι όχι απ' τους άλλους, όπως νόμιζε παλιότερα. Θυμώνει με τον εαυτό της, μα προσπαθεί να αξιοποίησει το θυμό και τις λαβωματιές της για να βρει την ίδια τη Χαρά να 'ναι ξαπλωμένη σταυροπόδι, όπως της αρέσει. Εκείνη τη Χαρά που δεν είχε αναγνωρίσει ποτέ της. Τη Χαρά που αν δεν αποδεχθεί η ίδια, δεν απαιτεί από κανέναν να την αποδεχτεί και να τη θελήσει. Η τωρινή Χαρά συγχωρεί τον εαυτό της. Οι άλλοι έπονται. Τα κάνει όντως όλα αυτά; Τα κάνει. Ή τουλάχιστον, προσπαθεί... 

Η μαύρη γάτα