Omnia vincit amor.
Ο έρωτας είναι ζωοδόχος πηγή. Ίσως και να 'ναι η μεγαλύτερη δύναμη που υπάρχει, εκείνη που σε παρακινεί να κάνεις και την μεγαλύτερη ηλιθιότητα. Όχι, επειδή ο έρωτας είναι τυφλός και τρελός, αλλά γιατί μπορείς να το κάνεις. Νομίζεις πως μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. Κι είναι αστείο, αν σκεφτείς, πως κανείς δεν μπορεί να τα καταφέρει όλα. Πάντα θα υπάρχει κάτι που δεν μπόρεσε να κάνει. Κάτι. Κι όμως, εκείνος που είναι πλημμυρισμένος με τον έρωτα στις φλέβες του, πιστεύει πως όλος ο κόσμος είναι στα πόδια του απλωμένος και περιμένει ένα άγγιγμά του μόνο - όπως εκείνος περιμένει το άγγιγμα του εραστή του.
Ο έρωτας. Ο έρωτας δίνει ζωή, δίνει έμπνευση, δημιουργεί, κυοφορεί, γεννά. Ο έρωτας δίνει, μα κι ο έρωτας παίρνει. Σαν φύγει παίρνει περισσότερα καμιά φορά, απ' όσα είχε δώσει κι αφήνει τον πρώην ερωτευμένο ελεύθερο στερώντας τού την πεποίθηση πως η κατάκτηση του κόσμου είναι το πιο απλό πράγμα που θα μπορούσε να κάνει. Κι ο έρωτας χάνεται. Κι ο έρωτας ξανάρχεται. Γιατί τούτη είναι η φύση του: της παλινδρόμησης. Οδηγεί τους ανθρώπους να πισωγυρίζουν με οδοιπόρο τον ίδιο, γιατί όλοι τους κατά βάθος έχουν την ανάγκη του να ερωτευτούν συνυφασμένη με τη φύση τους. Και δεν διαλέγουν ποιον θα ερωτευτούν, μόνο ερωτεύονται -όταν δεν φοβούνται να το κάνουν. Και ζουν με την ελπίδα πως θα ερωτευτούν και θα τους ερωτευτούν γιατί ο έρωτας δίχως ανταπόδοση μοιάζει ο πιο σκληρός εχθρός σε μια ζωή δίχως έρωτα.
Ζουν με την ελπίδα πως τα τραγούδια θα μιλήσουν σε αυτούς και μόνο κι όταν τελικά το κάνουν, κανείς δεν έχει νιώσει όπως οι ίδιοι. Κανείς δεν κατανοεί τη βιασύνη που ρέει μέσα τους να ζήσουν και την ταυτόχρονη επιθυμία να περπατήσει ο χρόνος πιο αργά κι από βρέφος που τώρα μαθαίνει να κουνάει τα πόδια του. Ζουν και δε ζουν στον έρωτά τους, χορεύουν στις ιδέες, ονειρεύονται με ματοτσίνορα να κοιτούν απάνω, γελάνε και χαμογελάνε χωρίς να γνωρίζουν το γιατί. Μπορούν. Κάποιος τους τροφοδοτεί κι εκείνοι με τη σειρά τους τροφοδοτούν ένα μόνο άτομο που θυσιάζουν στο βωμό τους. Είναι που ο έρωτας είναι θυσία. Θυσιάζεσαι και θυσιάζεις, δίχως να σ' ενδιαφέρει, δίχως να σ' απασχολεί το κάθε τι. Απλά δρας. Μα περιμένεις μια αντίδραση σε τούτη τη δράση σου, για να σου αποδειχθεί πως τίποτα δεν είναι μάταιο. Θες ο έρωτας να γίνει δολοφόνος της ματαιότητας. Γι' αυτό ερωτεύεσαι. Για να ζήσεις, να σκοτώσεις και να σκοτωθείς. Και πιστεύεις πως είσαι φοίνικας και θα αναγεννηθείς από αποτεφρωμένες σάρκες. Ζεις, σκοτώνεσαι, υπάρχεις, χορεύεις, ζεις μέσω του έρωτα όπως δεν έχεις ξαναζήσει ποτέ. Κι ευελπιστείς η ζωή αυτή ή να ναι μία ή και παραπάνω. Κι αν δεν είναι, ας έχεις ζήσει μια φορά.
Να ερωτεύσαι τα τραγούδια που μιλούν εκείνες τις βραδιές και τα ξημερώματα που αντηχούν πιο δυνατά από την ένταση των ηχείων σου. Τις στιγμές που τρέχουν βιαστικά σε διαδρόμους δίχως έξοδο και τις στιγμές που λήγουν βιαστικά. Τις βροχερές μέρες που φαντάζουν αδιάβροχες γιατί έχεις για ανοράκ τον έρωτα. Να ερωτεύεσαι χωρίς να ψάχνεις το λόγο της δημιουργίας του ζωτικού αισθήματος γιατί έτσι πληρώνεται η ύπαρξή σου.
Να ερωτεύεσαι τους ανθρώπους που χωρίς να κάνουν τίποτα, κάνουν τα πάντα διά μέσου των οφθαλμών σου. Εκείνους που σου αγγίζουν το χέρι και σου ζητάνε να χορέψετε έστω και για πέντε δευτερόλεπτα κάτω από στάλες ουράνιων δακρύων. Που ψιθυρίζουν στους λαβύρινθους των αυτιών σου λόγια που τα εννοούν και τα πραγματώνουν σε αναπάντεχη ώρα. Που δε φοβούνται να είναι αυτό που είναι κι η απάθεια δεν ακυρώνει την παρουσία τους, γιατί είναι έτοιμη να λαβωθούν και να χτυπήσουν. Ακόμη και σένα - στο κοινό πεδίο μάχης σας. Να ερωτεύεσαι εκείνους που δε χάνονται σε τουλούμια καπνού και δεν κρύβονται πίσω από τον τρόμο του ίδιου του έρωτα. Εκείνους που ερωτεύονται να ερωτεύεσαι κι εκείνους που δεν ερωτεύονται. Για να ερωτευτείς κι εσύ μια φορά, να ερωτεύεσαι.
Η μαύρη γάτα
