Δε μοχθούμε πια.
Δεν έχουμε μάθει να μοχθούμε.
Δεν ξέρω αν η πλειοψηφία των Ελλήνων είναι έτσι, ή ένα μεγάλο ποσοστό τους. Όπως και να ΄χει δεν έχουμε μάθει να μοχθούμε, να κοπιάζουμε για να αποκτήσουμε κάτι. Θέλουμε την ευκολία γιατί αυτό μας καθιστά αδρανείς και η αδράνεια είναι η ιδιότητα της ύλης. Δεν βλέπουμε αυτό που είναι μπροστά μας: η αδράνεια δεν οδηγεί πουθενά, αλλά ο κόπος στην επιτυχία. Αλλά θέλουμε να επιτύχουμε. Να επιτύχουμε χωρίς κόπο, χωρίς ιδρώτα, χωρίς να κουνήσουμε το δαχτυλάκι μας. Γιατί να μην το κάνουμε, αφού μπορούμε; Αυτό, άλλωστε, είναι και το πιο εύκολο.
Η ευκολία μας χαρακτηρίζει όπως και η αδράνεια. Ψάχνουμε πάντα την πιο εύκολη -προφανή δη- λύση, γιατί έτσι θα γίνει αυτό που προσφωκούμε. Δε διανοούμαστε πως ο κόπος μας είναι εκείνος που θα δώσει αξία στην όλη επίπονη διαδικασία. Η λέξη επίπονος κρύβει μέσα της το μόχθο. Αλλά όχι, ο μόχθος δεν βρίσκεται στο λεξιλόγιο μας, όπως και η συνειδητοποίηση. Δε βλέπουμε τα λάθη μας, δε βλέπουμε εμάς. Μόνο επικρίνουμε τους άλλους, τους καθιστούμε υπεύθυνους για δικά μας λάθη, δικές μας αποτυχίες, δικές μας απουσίες. Είμαστε απόντες στην ίδια μας τη ζωή όταν δεν προσπαθούμε.
Και με θλίβει. Με θλίβει το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η αναξιοκρατία, η οποία συντηρείται γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, για την ευκολία της πράξης. Είναι πιο εύκολο να επικρίνουμε τον άλλον για τη δουλειά που δεν κάνει καλά, παρά να βελτιώσουμε τη δική μας. Είναι πιο εύκολο να κατηγορήσουμε το γείτονά μας, γιατί δεν είναι καλός οικογενειάρχης, όταν θα ήταν πιο εύκολο να φροντίσει τη δική του και να πάψει να απασχολεί τον εαυτό του με τις ζωές των άλλων. Είναι πιο εύκολο να υπάρχουμε μέσα από τις ζωές των άλλων, παρά να ζήσουμε τη δική μας.
Κι έτσι ο κόσμος βρίσκεται σε διαρκή αδράνεια και δεν προοδεύει, μόνο παραμένει στάσιμος. Μα το ποτάμι ρέει και δε γυρνά. Κι εγώ τον κόσμο θα τον αλλάξω.
Η μαύρη γάτα