Ευχές –που δε θα έπρεπε να- κάνουμε.
Δεν περίμενα ποτέ ότι θα ευχόμουν να μην ένιωθα, να μουν ένα κρυόπλαστο βουνό πάγου στη μέση της ωκεάνιας ψυχής μου. Πάντα μου έλεγα πως είναι ευτυχία να νιώθεις, γιατί δε νιώθουν όλοι, γιατί το καταπιέζουν οι περισσότεροι, γιατί κρύβεται η πλειοψηφία. Και χαιρόμουν ασυνείδητα, συνειδητά κι υποσυνείδητα. Έτσι, ήρθε ένα ακόμη κλισέ, εκείνο του πρόσεχε τι εύχεσαι.
Και πάγωσα. Κρύωσα αδυνατώντας να έχω θέρμανση εντός μου. Και τυλίχτηκα με κουβέρτες, έβαλα θερμοφόρες στη μέση μου, ήπια καυτά αφεψήματα και δε ζεστάθηκα. Συνέχισα να είμαι παγωμένη κι όντας παγωμένη, πάγωνα.
Υποσυνείδητα με ανάγκασα να ψυχρανθώ με μένα και να αποσυνδέσω το διακόπτη. Όταν το αντιλήφθηκα, βρέθηκα να ψάχνω τη φωτεινή ένδειξη ώστε από off να μετατραπεί σε on. Μα δεν τη βρήκα. Υποσυνείδητα την έκρυψα και αυτή. Κι η αλήθεια είναι πως το υποσυνείδητο της πράξης μου, δυσχεραίνει τη θέση μου: δεν μπορώ να βρω τον τρόπο να επαναφέρω τις εργοστασιακές μου ρυθμίσεις. Είναι που φοβόμουν κι οι φόβοι μου εξαφανίστηκαν. Μα στη θέση τους ήρθε ένας και μοναδικός: μην ξανά νιώσω και καταρρακωθώ. Σε ποιον αρέσει η όψη ενός ρακένδυτου εαυτού;
