Δανεική παρουσία

2:50 π.μ. 0 Comments A+ a-

Ξέρεις, έχουμε διαφορετικές απαιτήσεις από διαφορετικούς ανθρώπους. Είναι η έννοια της διαφορετικότητας τόσο δυσεύρετη και τόσο εμφανής.

Είχα απαιτήσεις από εσένα, ξέρεις. Ανάλογες της διαφορετικότητάς σου. Της διαφορετικότητάς σου σαν οντότητα, της διαφορετικότητάς σου δίπλα μου, της διαφορετικότητάς σου χώρια μου. Εκείνες οι απαιτήσεις παράπεσαν, σκόνταψαν περπατώντας σαν πότης κάνοντας οχτάρια κι έπεσαν. Έπεσαν μακριά μου και δεν μπορώ να τις πιάσω, γιατί δεν έχω την αντοχή να απλώσω το χέρι μου και να τις αγγίξω.

Είναι η απόρριψη μια άλλη απώλεια κι η απώλεια μια μεταμορφωμένη απόρριψη. Φοβήθηκα και τις δύο μόνο και μόνο για να τις βρω μπροστά μου. Και τις βρήκα και τις δέχτηκα και δεν αντέχω. Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, δική μου και αυθύπαρκτη δική σου. Και δακρύζω σκεφτόμενη πως δεν παίζει κανείς με τις μεταφορές και πως ο έρωτας μπορεί να γεννηθεί από μία μεταφορά και μόνο. Δακρύζω και δεν αντέχω αναλογιζόμενη τη μεταφορά αυτή, η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις και κατρακυλά των απαιτήσεων της.

Ήδη νοσταλγώ τα βράδια. Τα βράδια, τα απογεύματα, τα μεσημέρια, τις μέρες. Τα λόγια που ειπώθηκαν κι αυτά που δεν, τη βοήθεια που δόθηκε κι εκείνη που πάρθηκε, τη γαλήνη και τα νεύρα, τα γέλια. Τα κλάματα δεν τα νοσταλγώ γιατί κυλάνε τώρα. Εκείνα, οσιομάρτυρες της μη αντοχής και της μη αποδοχής μου. Πως απογοητεύτηκα, όχι, δεν αποδέχομαι.

Δεν αποδέχομαι γιατί είχα απαιτήσεις κι εγώ. Δε διεκδίκησα, δεν ήθελα. Να σηκώσεις βάρος που δεν αντέχω μονάχη, ήθελα, ξέρεις. Κι εσύ παιδί της εκλογίκευσης προσπάθησες να με βάλεις σε καλούπι. Μα δε θέλω να νιώθω και πιο πολύ δε θέλω να μπω σε καλούπι. Ξέρεις, δεν επιλέγουμε τι νιώθουμε. Αν επιλέγαμε ο κόσμος δε θα ταν γεμάτος πεταμένες καρδιές σε δυο ή παραπάνω κομμάτια. Θα ‘μασταν όλοι ένα. Και δεν είμαστε, ξέρεις. Κι ας επέλεγα, ας είχα εκείνη την ικανότητα να μπορώ να διαλέξω τι νιώθω και για ποιον, να μπορώ να προβλέψω ποιος θα με ταρακουνήσει ως φίλος, ως σύντροφος, ως συνάνθρωπος. Και δεν την έχω.

Πληγώνονται οι άνθρωποι, ξέρεις, από λόγια. Λόγια που παρερμηνεύουν, λόγια που ερμηνεύουν εκείνοι όπως θέλουν, λόγια που δεν ειπώθηκαν.

Μα πιο πολύ πληγώνονται οι φίλοι. Εκείνοι που χάνεις γιατί κατεβαίνουν από το βάθρο της εμπιστοσύνης που τους είχες, εκείνοι που σε απογοητεύουν γιατί δε σε χειρίστηκαν σωστά, εκείνοι που θυσιάζονται σε έναν αρχαιοελληνικό βωμό συναισθήματος.

Και ξέρεις, εγώ ήθελα πάντα φίλους μου. Ίσως επειδή υπήρχε εκείνη η οικειότητα κι η σχετική σιγουριά. Μα τούτη τη φορά δεν ήθελα έναν τυχαίο φίλο μου, ήθελα τον παρθενικό μου. Τιτανικός εγώ, παγόβουνο εσύ και βούλιαξα στη λογική σου.

Βουλιάζω, ξέρεις. Βουλιάζω ξέροντας πως βρίσκοντας σε, σ’ έχασα.