Και βρίσκεσαι σε τέλμα. Σε τέλμα και σε τέρμα, βάζοντας αυτογκόλ κι ακούγοντας ζητωκραυγές άλλων. Κι εσύ ζουρμπώνεις και μαγκώνεσαι και κρύβεσαι πίσω απ’ τα δοκάρια, αλλά ούτε αυτά αρκούν για να κρύψουν ό, τι νιώθεις. Σαν δάχτυλο στέκουν και σε περιγελούν που πίστεψες πως από μακριά δε σε βλέπει κανείς του. Όλοι σε βλέπουν, μα κάνεις δε μιλά. Ψέμα. Ένας μιλά, ένας επιμένει, ένας φωνάζει. Και τι; Δε σου αρκεί. Θες πιο πολλά, θες σιγουριά. Και δακρύζεις και χτυπιέσαι και χώνεσαι στο ντουζ αφήνοντας το νερό να τρέχει και δακρύζεις τη μοίρα σου κι αρχίζεις τα γιατί.
Και δεν αντέχεις. Δεν αντέχεις και ραγίζεις ελπίζοντας πως η κόλλα δεν εξαντλήθηκε κι ας έχουν ήδη ανοίξει τα σχολεία. Από εκείνα πιάνεσαι και πίνεις και ζεις επιθυμώντας να μη σκέφτεσαι, μα πάνω απ όλα να μη νιώθεις. Και δε σταματάς να νιώθεις.
Και βαραίνεις. Σκύβεις και καμπουριάζεις απ’ το ασήκωτο βάρος που κατά βάθος δε θες να μοιραστείς λόγω του φόβου σου. Κατοικείς σε μία Παναγία των Παρισίων παρέα με αγάλματα δικά σου, συνομιλώντας τους τα βράδια. Τα βράδια που θες να ‘σαι αλλού. Και δεν είσαι.
Και ξεκινάς τις προτάσεις σου με “και” γιατί πάντα κάτι προστίθεται. Κι ελπίζεις πως θα πάψεις, πως θα πάψεις, πως θα πάψεις. Και δεν παύεις. Μόνο βρίσκεσαι, –δεν- αντέχεις και βαραίνεις. Πνίγεσαι, πιέζεσαι, ασφυκτιάς κι ελπίζεις. Ελπίζεις πως θα ‘ρθει η μέρα που δε θα είσαι δειλός. Μα η μέρα δεν έρχεται κι εσύ, παιδί της νύχτας, δεν κοιμάσαι κι ας νυστάζεις. Δε θες να κοιμηθείς γιατί αν ξυπνήσεις δε θα χει αλλάξει τίποτα. Και δεν κάνεις τίποτα για να τ’ αλλάξεις, μόνο μοιρολατρείς, εσύ που έλεγες πάντα πως τη μοίρα μας τη φτιάχνουμε εμείς κι είμαστε ανάλογοι της. Εσύ στο τίποτα κι εσύ στο τώρα.
