Το θέλω και το δε θέλω.
Κάποτε δεν ήξερα να μιλάω, να γράφω, να διαβάζω. Κάποτε έμαθα. Κυρίως έμαθα περισσότερο να γράφω, ύστερα να διαβάζω και λιγότερο να μιλάω. Είναι η αδυναμία όσων μπορούν να πιτσιλίσουν ένα λευκό χαρτί με στάλες μαύρης μελάνης και να το κάνουν να πάρει μορφή. Μια μορφή που πολλές φορές δεν την αναγνωρίζει κανείς παρά μόνο ο δημιουργός της. Κι εσύ εκεί, περιμένεις στην άκρη μήπως και βρεθεί κάποιος που καταλάβει όσα δε λες κι συνειδητοποιήσει όσα γράφεις....
Ποτέ μου δεν μπόρεσα ευθέως να πω όσα σκεφτόμουν, όσα ένιωθα, όσα ήθελα. Πάντα περίμενα την κατάλληλη στιγμή να 'ρθει κι αυτή δεν ερχόταν ποτέ. Κι έγραφα, έγραφα σε χαρτί, χόρευαν τα δάχτυλα σε πλήκτρα, έγραφα με αόρατο μελάνι, έγραφα με σκέψεις στα σύννεφα, έγραφα με αλάτι, έγραφα. Έγραφα τόσο που έγινε συνήθεια συνυφασμένη με την ύπαρξή μου, μια συνήθεια άρρηκτα δεμένη με το εγώ - το εσωτερικό και το εξωτερικό- αναμένοντας Μέγα Αλέξανδρους να κόψουν ένα γόρδιο δεσμό με τον οποίο εγώ μπλέχτηκα.
Την πρώτη φορά που παρατήρησα την ανακούφιση να ξεπηδά από πάνω μου και να με αγκαλιάζει με τα λεπτά της χέρια νόμιζα πως λυτρώθηκα. Πως βρήκα τη σωτηρία μου μέσα από γραμμένες λέξεις και αδιάβροχες μουτζούρες. Έτσι, κάθε φορά που έπνιγα τον ίδιο μου τον εαυτό έκλεινα τα μάτια, άνοιγα τον διακόπτη τον εσωτερικό κι έπιανα μολύβι. Αργότερα, βρήκα τη λύτρωση σε πλαστικά κουμπιά που μετουσιώναν τα συναισθήματά μου σε σκέψεις πιο γρήγορα απ' ότι το ίδιο μου το χέρι σε συνδυασμό με μια μολυβένια μπίκα. Έβαζα μουσική να παίζει κι έγραφα. Έγραφα μέχρι να βαρεθώ, μέχρι να αποδιώξω το βάρος που δεν μπόρεσα ποτέ μου να αντέξω. Είναι δύσκολο και συνάμα ακατόρθωτο για κάποια σαν εμένα να ζει με τόσες πολλές σκέψεις σ' ένα τόσο μικρό κεφάλι. Πιο δύσκολο, όμως, είναι να τις εκφράσεις.
Κι ύστερα, όταν αποφάσιζα να μοιράστω σκέψεις, θέλω κι αισθήσεις, εκείνος που ήθελα να καταλάβει δεν καταλάβαινε. Κι αν καταλάβαινε, δεν ήθελε κατά βάθος. Κι εγώ ζούσα με τύραννο την βασιλεύουσα γραφή να με καταδιώκει. Γράψε και θα φύγει, μου λεγε κι εγώ πειθόμουν εύκολα απ' τα λόγια της. Ακόμη πείθομαι εύκολα κι ας κρατάω ασπίδα θριάμβου γιατί για την αψίδα έχουμε μέλλον ακόμη. Και δεν αμύνθηκα εκείνη τη στιγμή, μα κράτησα άμυνα την επομένη. Την επομένη που κάποιος κατάλαβε τι σκεφτόμουν, τι ήθελα, τι αισθανόμουν. Μα δεν αρκεί να τα γράφεις, όταν δεν τα λες τη στιγμή που πρέπει. Δεν αρκεί, δεν αρκούσε. Κι όταν η άμυνα έπεσε γονυπετής βρήκε κουράγιο και ξανασηκώθηκε όρθια. Σαν σε αγκαλιάσει η άμυνα, δε λέει να φύγει και ποτέ. Σαν ερωμένη σε ολέθρια σχέση, αδυνατεί να καταλάβει πότε θες να μάθεις να κάνεις ποδήλατο χωρίς βοηθητικές ρόδες. Κι άμυνα μένει εκεί. Κι εγώ γράφω με και στην αρχή της πρότασης κι έρχεται κάποιος να μου πει πως θέλει να τα διαβάσει όσα σκέφτομαι κι όσα θέλω κι όσα αισθάνομαι μα κάτι μέσα μου, φωνασκεί πως δεν θα καταλάβει. Κουράζει η γραφή περισσότερο απ' όσο κουράζει ο λόγος. Κι εγώ μένω να κολυμπώ στα νερά της άμυνας με την πεποίθηση ότι δε θα ξεχάσω κολύμπι.
Είναι αυτό που θες, που όταν έρχεται συνεχίζεις να το θες για να ανακαλύψεις πολύ αργότερα πως κι αυτό ήταν μέσα στο σακί του δε θέλω. Κι απορείς κι αναρωτιέσαι μήπως το δε θέλω σου είναι το θέλω σου κι ας έχεις την επίγνωση πως δεν είσαι εκεί που θα ήθελες να είσαι. Και τελικά καταλήγεις να γράφεις δίχως να καταλαβαίνεις τι - για μια ακόμη φορά.
Κι αν είσαι το δε θέλω μου, γίνεσαι το θέλω μου κι αυτό με μπερδεύει. Είναι που μπλέκομαι εγώ η ίδια κι εσύ δεν προκαλείς τίποτα. Μονάχη στριφογυρίζω και κατηγορώ την φύση μου που δεν βολεύεται πουθενά , μα ίσως κατά βάθος ξέρω το λόγο που δεν βολεύομαι. Ίσως τον ξέρεις κι εσύ. Ίσως κάνω λάθος και δεν ξέρει τίποτα κανείς από τους δυο μας. Ίσως.

1 σχόλια:
Write σχόλιαΠολύ όμορφο κείμενο.. :)
ReplyΗ τελευταία παράγραφος με έβαλε σε σκέψεις..
Φιλάκια