Not so random, so me - part 2

3:41 μ.μ. 0 Comments A+ a-

Διανύεις τον 24ο χρόνο της ζωής μου οδεύοντας προς τον 25. Φοβάσαι τους ανθρώπους κι αμύνεσαι συνεχώς. Φοβάσαι πως θα επενδύσεις περισσότερα απ' ότι εκείνοι σ' εσένα - για την ακρίβεια πολλά περισσότερα. Αμύνεσαι για να μην επιδείξεις τούτο το φόβο σου με αποτέλεσμα να εκνευρίζεις, να απομακρύνεις και να αποδιώχνεις ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν εδώ ή θα προσπαθούσαν περισσότερο. Όταν νιώθεις κάτι που δεν μπορώ να εξηγήσεις ανοίγεις τον blogger και γράφεις. Χάνεσαι μέσα σε γράμματα που αδυμονείς να τα διαβάσει κάποιος και να καταλάβει επακριβώς για τι μιλάς. Δε θα γίνει αυτό ποτέ, όμως, και το ξέρεις. Είσαι ανασφαλής περισσότερο απ' όταν ήσουν πριν κάτι χρόνια που δε σε 'νοιαζε η γνώμη του άλλου και κλειδώνεις τις ανασφάλειες σου σε κουτιά που ξεχνάς τους συνδυασμούς τους. Πάντα καπνίζεις όταν γράφεις και πολλές φορές ζαλίζεσαι απ' το μεθύσι του καπνού. Τυλίγεσαι με τα δυο μου χέρια προσποιούμενη πως είναι άλλου κι ονειρεύεσαι. Κάνεις όνειρα συνέχεια, όνειρα στο φως, στο σκοτάδι, κοιτώντας τα σύννεφα, παρατηρώντας τον καπνό να ασφυκτιά σ' ένα δωμάτιο, όπως εσύ ο ίδιος. Πνίγεσαι η ίδια και δε φωνάζεις με το φόβο μην τυχόν και δεν σ' ακούσει κάποιος. Κλείνεσαι και δε μιλάς, κλειδώνεσαι σ' ένα δωμάτιο ουτοπικό, μη πραγματικό και γράφεις με κλειστά μάτια λες κι αν τ' ανοίξεις θα εξαφανιστούν όλα ή θα εμφανιστούν όσα δε θέλεις. Γελάς και δε γελάς ταυτοχρόνως κι αναζητάς τη φλόγα που δε σβήνει. Φαντάζεσαι τον εαυτό σου να χορεύει κάτω απ' τη βροχή μόνο και μόνο επειδή σε τρομάζει ο ήχος της βροντής. Φαντάζεσαι πράγματα που δεν έχουν συμβεί ακόμη, πράγματα που θες να συμβούν, πράγματα που τρέμεις μήπως και μετουσιωθούν σε πραγματικότητα  και βουτήξουν από τα χέρια σου όσα κωλύεσαι να δώσεις. Η φαντασία είναι ίσως ο πιο περίπλοκος μηχανισμός που σου δόθηκε ποτέ για να σε ταλανίζει σαν δημόσιο και τραπεζικό υπάλληλο ταυτοχρόνως. Ποντάρεις στη φαντασία - πότε κερδίζεις , πότε χάνεις. Δίνεσαι και δε δίνεσαι, κολλάς και δεν κολλάς, υπάρχεις. Κι όσο υπάρχεις θεωρείς πως τίποτα δεν έρχεται όπως το θες κι όπως το περιμένεις κι έχεις δίκιο, το ξέρεις. Μα τι να κάνεις; Να αφεθείς έρμαιο σε μοιρολατρικές αποφάσεις ή σ' άλλους; Και δεν αφήνεσαι πουθενά και το μετανιώνεις. Κι όταν αφεθείς, ξυπνάς και δε μετανιώνεις κι ας αφέθηκες λάθος στιγμή. Κι όταν αγγίζεις νιώθεις το άγγιγμα να παίρνει μορφή μέσα σου και χαμογελάς δειλά γιατί κατά βάθος πάλι φοβάσαι. Κι ελπίζεις πως προσπαθόντας τούτος ο φόβος θα φύγει, θα χαθεί, θα μετανιώσει ο ίδιος που προσκολλήθηκε απάνω σου και σου ρουφά στιγμές πείθοντας σε πως είναι φιλιά. Κλείνεις τα μάτια. Κοιμάσαι. Το αύριο είναι αύριο, το παρόν παρόν και το παρελθόν χαμένο. 
Η μαύρη γάτα