Η δόξα είναι εφήμερη, αλλά η αφάνεια είναι παντοτινή. *

7:51 μ.μ. 3 Comments A+ a-

Μετά από μια δίχως νόημα κι ουσία διαδικτυακή επικοινωνία μέσω μέιλ μ' έναν άλλο μπλόγκερ, άρχιζα να αναρωτιέμαι αν υπάρχουν άνθρωποι που γράφουν δίχως να αποσκοπούν το γραπτό τους να διαβαστεί. 
Εννοείται πως δεν αναφέρομαι σε όσους κρατούν ημερολόγιο καταχωνιασμένο στο συρτάρι τους. Σαφώς, τούτη η πράξη δεν αποτελεί την παραμικρή πρόθεση ανάγνωσης από οποιοδήποτε κοινό. Όλοι εμείς, όμως, που ανεβάζουμε διάφορες ατάκες μας - ακόμη και στο facebook-, έχουμε ένα μπλογκ -καλή ώρα, γράφουμε μια σελίδα με σκέψεις παρουσιασμένες σε ένα στόρι, κρατάμε ένα μολύβι κι ένα σημειωματάριο γιατί οι χαρτοπετσέτες χάνονται πολύ εύκολα, δεν έχουμε στο μυαλό μας την έγνοια του ότι μπορεί κάποιος να μας διαβάσει; Ιδίως, εκείνοι από εμάς που αναρτούμε τακτικά ή σπάνια, τις σκέψεις μας στο διαδίκτυο, δεν έχουμε στόχο να μας διαβάσουν; Δεν κάνω λόγο για δόξα κι αίγλη, αλλά για την επιθυμία απλά να διαβάσει κάποιος όσα γράφεις και φυσικά να σου πει κι έναν καλό λόγο. Γιατί αν δεν περίμενες αυτόν τον καλό λόγο κι ήσουν τίγκα στις ανασφάλειες για την γραφή σου, η οποία μπορεί να είναι καλή, μπορεί όμως επίσης να είναι... αχαρακτήριστη στην καλύτερη περίπτωση.
Υπάρχουν, λοιπόν, άνθρωποι που όντως γράφουν για τον εαυτό τους; Για εκείνους και μόνο; 
Προσωπικά, αρνούμαι να το πιστέψω πόσο μάλλον να το δεχτώ. Να θεωρήσω πως ισχύει κάτι τέτοιο, απ' τη στιγμή που τα κάνουν γνωστά σ' ένα ευρύτατο κοινό. Δεν υπάρχει "για μένα και μόνο". Πώς είναι δυνατόν να υπάρξει, όταν είναι σε δημόσια πρόσβαση κι ο καθένας μπορεί να διαβάσει, να σχολιάσει, να πει τη γνώμη του για τις σκέψεις και τη γραφή σου; Νομίζω πώς δεν είναι. 
Επειδή κάτι τέτοια ερωτήματα, σε κάνουν να ανασκαλεύεις στάχτες παρελθοντικές, προσπάθησα να θυμηθώ κι εγώ μια αντίστοιχη περίοδο της ζωής μου, μια περίοδο που έγραφα μόνο για μένα. Νομίζω πως ακόμη εκείνο το τετράδιο δεν έχει διαβαστεί. Παίζει να το έχω πετάξει κιόλας! Και δε θυμάμαι τι έγραφα - καλά, όχι ότι τώρα θυμάμαι, αλλά λέμε τώρα! Τέλος πάντων. Όταν αποφάσισα να μοιράζομαι και με άλλους κομμάτια της γραφής μου, μοιραζόμουν και κομμάτια του εαυτού μου. Για να είμαι πιο ακριβής μοιραζόμουν κομμάτια τα οποία δε τα μοιραζόμουν μ' εκείνον που έπρεπε. Δεν έχει νόημα να είμαι πιο συγκεκριμένη. Έψαξα, λοιπόν, κείμενα εκείνης της περιόδου και είδα πως ακόμη κι αν δεν διαβαζόντουσαν απ' το προαναφερθέν άτομο, τα έγραφα απευθυνόμενη σ' εκείνο. Τραγικό! Πού θέλω να καταλήξω; Ότι ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, κατά βάθος επιζητούσα να διαβαστούν απ' το άτομο στο οποίο απευθυνόμουν στο εκάστοτε παραλήρημά μου. 
Anyways, σ' ένα απ' όλα τα μοιρολόγια μου, αναφερόμουν στην έμπνευση, κάτι που το σκέφτομαι πολύ τώρα τελευταία. Τι είναι, πότε θα 'ρθει, θα κάτσει ποτέ δίπλα μου για παραπάνω από μία βδομάδα, αντέχεται και συναφή ερωτήματα. Δεν έχω σκεφτεί κάτι που να με ικανοποιεί ακόμα. Ίσως όταν γίνει, να γράψω και κάτι. Για την ώρα, ξανακοιτάω εκείνο το κείμενο γραμμένο στις 21.12008. Το ίδιο μπορείτε να κάνετε κι εσείς, αν δε βαριέστε. 

Χωρίς έμπνευση

"Κάποτε που διάβασες κάτι δικό μου, μου είπες ήρεμα « μ’ αρέσει ο τρόπος που γράφεις». Γέλασα ειρωνικά για έναν και μόνο λόγο: δε μου είπες ποτέ ότι σ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτομαι. Ή μήπως το είπες και εγώ απλά δε το πρόσεξα; Το γέλιο μου δε σε πλήγωσε – και ήθελα να σε πληγώσω και εγώ, έστω μια φορά. Και συ ανέγγιχτος συνέχισες να με ρωτάς. Τι, πώς, πού, πότε, γιατί… Έκπληκτη απ’ την ξαφνική προσοχή που μου έδειχνες και ξέροντας πως αυτή θα είναι η τελευταία μας κουβέντα δεν απάνταγα στις περισσότερες ερωτήσεις σου. Τώρα είχαν αντιστραφεί οι όροι. Μου φαινόταν πως είχα αρχίσει να σου μοιάζω τελικά… τρόμαξα με την μικρή μου ανακάλυψη, τόσο σπουδαία όσο και εκείνη του Κολόμβου, που άρχισα να απαντάω και σε ερωτήσεις που δεν έθεσες ποτέ. Απλά για να πάψω να σου μοιάζω.
Έμπνευση; Από πότε καρδία μου, είναι έμπνευση η σκέψη του καθενός; Ακόμα και η κότα αν μπορούσε να αποτυπώσει με καλαμποκένιο μελάνι τις σκέψεις της, έμπνευση θα το ονόμαζε. Απορώ πως πίστεψες πως έχω έμπνευση. Και είπες αυτή τη τελευταία λέξη κατά τρόπο ξεχωριστό λες και είναι κάτι σπουδαίο. Μα και βέβαια έχω. Και συ έχεις. Και η κότα έχει. Και τότε νόμισες ότι σε είχα εξισώσει με μία κότα. Θα προτιμούσες έναν κόκορα δηλαδή; Ξαναρχίσαμε τον πόλεμο των χαρακωμάτων με εμένα πίσω απ’ τα μαλλιά  μου να γράφω -δίχως έμπνευση- και εσένα να ζεις πέρα, σε μια άλλη πόλη – με έμπνευση υποθέτω. Τότε όσα δε μπορούσα να σου πω, τα έγραφα. Με όσα μέσα δε μπορούσα να σε χτυπήσω , χυνόμουν με βία στα μαύρα πλήκτρα. Κουκίδες μαύρες έκαναν το χαρτί να μοιάζει με πρώην σκύλο Δαλματίας. Ώσπου στέρεψα. Και δε μπορούσα άλλο να εκπαιδεύσω τον σκύλο με τις μαύρες βούλες που περίμενε να τον χαράξω. Μπας και μου στέρεψε η έμπνευση; Αφού σου είπα, δεν έχω. Δεν έχω την έμπνευση που εσύ εννοείς. Μα τελικά τι είναι έμπνευση;
Όταν νιώσεις πως διψάς και θες να τρέξει κατοστάρια το εμφιαλωμένο νερό και να κυλίσει στη τσουλήθρα του λάρυγγα σου, απλά πίνεις νερό. Και ξεδιψάς. Όταν πεινάς και σκέφτεσαι αν ένιωθε έτσι ο κακός- λύκος όταν καταβρόχθιζε λαίμαργα την Κοκκινοσκουφίτσα και τη γιαγιά της, ή τα τρία γουρουνάκια – άλλος λύκος ή ο ίδιος, δε ξέρω- απλά ανοίγεις το ψυγείο και τρως. Ή παραγγέλνεις delivery. Ή δε τρως τίποτα γιατί έχεις να βγεις στη πασαρέλα και στο -5 νούμερο δε θα ανεβαίνει το φερμουάρ αν συνεχίσεις έτσι. (Έτσι= τίποτα). Και γω διψούσα και πεινούσα αλλά ούτε έπινα ούτε έτρωγα. Καλά για το δεύτερο δε παίρνω και όρκο… τίποτα δε με γέμιζε. Αντιθέτως ένιωθα πως ξεχείλιζαν από μέσα μου τόσα πράγματα που όμως δε μπορούσα να πω. Είναι κάποια πράγματα που καλύτερα να μη τα μαθαίνει κανείς. Αλλά παρόλα αυτά πρέπει να τα πεις κάπου. Και αν δε πιστεύεις στο Θεό και στην εξομολόγηση, τότε τι κάνεις;
Ψάχνεις τον δικό σου προσωπικό ιερέα να σε εξομολογήσει; Τον έψαξα λοιπόν. Και τον βρήκα.
Λευκός μερικές φορές , άλλες μαύρος. Ανάλογα τα κέφια μου. Σιωπηλός με μόνο ήχο ένα μακρόσυρτο σούρσιμο της μολυβένιας βελόνας πάνω του. Γεμάτος τατουάζ λοιπόν ήταν. Με τατουάζ και χωρίς ταμπού. Υπομονετικός, τα άκουγε όλα και δεν έλεγε τη γνώμη του –σημαντικό αυτό. Είναι η γνώμη των άλλων καμιά φορά τόσο ενοχλητική. Ευτυχώς τούτος εδώ ο φίλος δε μιλά. Μόνο βλέπει και ακούει.
Κάθε φορά που αμαρτήσω του μιλάω και αυτός με ακούει. Καμιά φορά θέλω να μου απαντήσει, να με συμβουλεύσει, να με διώξει γιατί βαρέθηκε και κουράστηκε να ακούει τα ανόητα μη- κατορθώματα μου. Μα δε το κάνει. Μάλλον, το κάνει. Νομίζω πως καταφέρνει να εισχωρήσει στο μυαλό μου – ανύπαρκτο ή μη-  και να μου θέτει ερωτήματα. Δεν εξηγείται αλλιώς, πως μπορώ να σκεφτώ τόσα πολλά ερωτήματα, αλυσίδες πλεγμένες μεταξύ τους απ’ τη στιγμή που δεν τίθεται θέμα έμπνευσης.
Γιατί η έμπνευση δεν βρίσκεται μέσα σου αλλά μέσα στους άλλους και όπως τους βλέπεις εσύ. Μέσα στο χωράφι με τις ντομάτες, ανάμεσα στο χρυσαφί που παίρνουν τα σύννεφα, στη μυρωδιά του λασπωμένου χώματος, στο λάγνο χάδι της φωτιάς, στο γυάλινο χαλί του ποταμού.
Κάποτε μου είπες πως είμαι σαν τον ποταμό. Αν φύγω δε θα γυρίσω πίσω. Μα δε το πίστεψες. Ούτε και εγώ πίστεψα πως είσαι η έμπνευση μου. Και όταν το αντιλήφθηκα είχα ήδη φύγει. "

Έχουν αλλάξει πολλά από τότε. Τελικά, η έμπνευση δεν κρύβεται σε κανένα έτερον ήμισυ -τουλάχιστον η δική μου. Αν την βρείτε, πάντως, πείτε μου και μένα!

(*ρήση του Ναπολέοντα Βοναπάρτη)


Η μαύρη γάτα

3 σχόλια

Write σχόλια
alexotanil
AUTHOR
11 Δεκεμβρίου 2011 στις 4:26 μ.μ. delete

Σίγουρα, όταν γράφεις κάτι, σε κάποιον απευθύνεσαι. Πάντα υπάρχει ο υποθετικός αναγνώστης, ακόμα κι όταν αυτός είναι ο ίδιος σου ο εαυτός. Σκοπός ενός κειμένου είναι να διαβαστεί, όπως και σκοπός μιας σκέψης που αποτυπώνεται στο χαρτί είναι να τη μοιραστείς, να δεις αν υπάρχουν κι άλλοι που σκέφτονται όπως εσύ ή, στο φινάλε, αν έχεις δίκιο.
Όσο για την έμπνευση... Εγώ προσωπικά δε γράφω, ούτε ασχολούμαι με κάποιο είδος τέχνης ή καλλιτεχνικής έκφρασης, οπότε δεν ξέρω ακριβώς πώς ορίζεται αυτή η έννοια. Θεωρώ ότι είναι κάτι το υποκειμενικό πάντως. Το ταλέντο, απ' την άλλη, είναι καθαρά αντικειμενικό. Ή το 'χεις ή δεν το 'χεις. Κι αν το 'χεις, τότε σίγουρα κάποια στιγμή η έμπνευση θα σου κλείσει το μάτι. Το θέμα δηλαδή δεν είναι η έμπνευση αυτή καθεαυτή αλλά το πώς θα την αξιοποιήσεις. Γιατί κι ο Όμηρος επικαλούνταν τη Μούσα, αλλά τα έπη τα έγραψε εκείνος (ή τουλάχιστον σ' αυτόν αποδίδονται!).

Reply
avatar
tyflopontikas
AUTHOR
11 Δεκεμβρίου 2011 στις 11:30 μ.μ. delete

Η απεύθυνση όταν γράφεις κάτι, ναι, είναι πάντα εκεί. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι σκοπός αυτού που γράφει είναι πάντα να τον διαβάσουν κιόλας. Μπορεί να γράφεις απλά για να βγάλεις πράγματα από μέσα σου, να "ξεκλειδωθείς", να ξεθυμάνεις. Κάτι σαν ψυχοθεραπεία να το πω έτσι. Και αυτό τελειώνει την ώρα που αφήνεις το μολύβι από τα χέρια σου.

Reply
avatar
Unknown
AUTHOR
12 Δεκεμβρίου 2011 στις 12:02 π.μ. delete

Συμφωνώ, αλλά απ' τη στιγμή που το ανεβάζεις σ' ένα μπλογκ για παράδειγμα δεν μπορείς να λες ότι το γραψες μόνο για εσένα.

Reply
avatar