O, beware, my lord, of jealousy; It is the green-ey'd monster, which doth mock The meat it feeds on. *

9:33 μ.μ. 0 Comments A+ a-

Η μητέρα μου συνηθίζει να λέει πως όποιος γαργαλιέται ζηλεύει. Κι αν γαργαλιέσαι πολύ δε, η ζήλεια σου είναι παράφορη. Εγώ πάλι, νομίζω πως ανεξαρτήτως αν ανταποκρίνεσαι στο δάχτυλο που τριγυρίζει ενοχλητικά στην πατούσα σου -προκαλώντας σου γέλιο ή νεύρα – ζηλεύεις. Άλλος ζηλεύει περισσότερο, άλλος λιγότερο, μα ποτέ καθόλου. Άλλωστε, η ζήλεια αν μη τι άλλο είναι κάτι το διαχρονικό – για να μην πω, πανταχού παρούσα. Εξουσία, χρήμα, ευθύνη, λαγνεία τροφοδοτούν μια πράσινη φλέβα που ξεπετάγεται από την σάρκα. Κι όταν η σάρκα φλέγεται, η ιδιοσυγκρασία του καθενός είναι σε θέση να πυροδοτήσει τη λογική. Μα αν η λογική είναι αδύναμη, καταπνίγεται...
Ο Σαίξπηρ επέλεξε την ζήλεια για να γράψει ένα από τα πιο γνωστά του θεατρικά παρουσιάζοντας την σε πολλές εκφάνσεις: την ζήλεια υποκινούμενη από την λαγνεία και τον δίχως όρια έρωτα, τον φθόνο που προκαλεί η εξουσία και το μίσος, την ζήλεια που την υπαγορεύει μια υπερηφάνεια πάνω απ’ όλα, την ζήλεια που οδηγεί στο θάνατο. Γύρω από τον ιστό μιας αράχνης, αδύναμοι άνθρωποι τυλίγονται σε νήματα αγνοώντας τις συνέπειες. Ο Οθέλλος τυφλός από το πάθος του πέφτει στην παγίδα του Ιάγου του με θύματα τον Κάσσιο, την Δεισδαιμόνα και την Αιμιλία. Στην περίπτωση του Ιάγου, ο σκοπός δεν εξαγνίζει μόνο τα μέσα: τα θέτει στην προσταγή εκείνου, ενός λευκού που δικαιωματικά θα έπρεπε να είναι ανώτερος ενός Μαυριτανού. Ο ρατσισμός πυροδοτεί την πλεκτάνη που είναι σχεδιασμένη αργά και βασανιστικά προσθέτοντας κάθε φορά έναν ακόμα στην λίστα του φθονερού Ιάγου.
Βασισμένο σε αυτό το αριστούργημα, το δίδυμο Κιμούλης- Μαρκουλάκης προσπάθησε να κάνει μια διασκευή και δυστυχώς, όπως φάνηκε, έμεινε μόνο στην προσπάθεια. Οι διασκευές κλασικών έργων δεν φέρουν κανένα ψεγάδι, όταν στην προσπάθεια να προσεγγίσουν ένα  πιο αμαθές κοινό, προσβάλουν το πρωτότυπο. Ο Ρωμαίος κι η Ιουλιέτα του 1996 για παράδειγμα, υπήρξε μια επιτυχημένη διασκευή παρουσιάζοντας το σκηνικό στο Ρίο κρατώντας πιστό το πρωτότυπο κείμενο του Σαίξπηρ. Ο έμπορος της Βενετίας ως θεατρική παράσταση που ανέβηκε πέρσι περιείχε νεωτερισμούς που ελάφρυναν το βαρύ κλίμα της επίμονης απαίτησης του σαιξπηρικού Σκρουτζ, Σάιλοκ, για μία λίβρα σάρκας. Ο Οθέλλο του Κιμούλη μετατράπηκε σε Ιάγο του Μαρκουλάκη κάνοντας –εμένα τουλάχιστον- να αναζητώ έναν μακροσκελή μονόλογο , είτε αυτός ήταν του Οθέλλου, είτε του Ιάγου. Η βωμολοχία έδινε κι έπαιρνε με ατάκες που προσέβαλαν το αρχαίο κείμενο. Ένας Σαίξπηρ με αριστοφάνικα στοιχεία μπροστά σε μια γιγαντοοθόνη που άλλαζε εικόνες το ίδιο τάχιστα με την εναλλαγή διαλόγων και προσώπων στη σκηνή. Η παρουσίαση του έργου σε ένα πιο σύγχρονο τοπίο, δεν ήταν κάτι που σε ξένιζε σε αντίθεση με την ερμηνεία των Μαρκουλάκη και της Μπρέμπου, η οποία από την προσπάθεια της να βγάλει κάτι το δραματικό και το βαρύγδουπο, έκανε τον εαυτό της να ακούγεται σαν νταλικέρης προκαλώντας πολλές φορές γέλιο. Ο Μαρκουλάκης δε, γελοιοποίησε τον πιο γνωστό φθονερό ήρωα του Σαίξπηρ παρουσιάζοντας τον χυδαίο, ανέραστο και τραγελαφικό. Ο Μπουρδούμης ως Κάσσιος πέρασε και δεν άγγιξε. Είτε ανέβηκε στην σκηνή είτε όχι, το ίδιο και το αυτό. Η Καρύδη υπήρξε ανυπεράσπιστη Δεισδαιμόνα τις στιγμές που την επισκίαζε η ένταση του Κιμούλη, που το μόνο που έκανε ήταν πασαρέλα κάνοντας με να αναρωτιέμαι αν η τιμή του εισιτηρίου ήταν τόσο ανεβασμένη εξαιτίας της γκαρνταρόμπας της ( 17- φοιτητικό, 22- κανονικό)! Το κερασάκι φυσικά, υπήρξε η ροκ- σόουλ τραγουδιάρα με την κόκκινη τουαλέτα και η καμπούρα στριπτιζέζ που κουνιόταν λες κι είχε ουρά λαγού.
Βλέποντας αυτή την παράσταση αναρωτιέμαι αν αξίζει να παίρνει κανείς ρίσκο. Κι όχι, όσον αφορά το εισιτήριο, αλλά σχετικά με μια τόσο τολμηρή κίνηση απόδοσης ενός κλασικού έργου. Ήταν λες κι υπέκλεψαν μια αρχική ιδέα κι απλώς την κατέστρεψαν. Ακόμη κι ένας μονόλογος του Κιμούλη δε θα την έσωζε- κι ας είχε χορηγό την apple! Δεν θα το αρνηθώ πως υπήρχαν στιγμές που μ’ έπιασε ρίγος. Έβλεπα τον Οθέλλο να ορμάει στην κατάλευκη γυναίκα του, έτοιμος να την κατασπαράξει σαν μια άλλη μαύρη τρύπα και καθηλωνόμουν. Κι ο Οθέλλος την έπνιξε, δεν την μαχαίρωσε. Έπρεπε να επέμβουν και στην κορύφωση, δεν τους έφταναν όλα τ’ άλλα... Παρόλ’ αυτά, από το λίγο που κατάφερα να απολαύσω τον Κιμούλη ως Οθέλλο διάκρινα έναν μεγάλο ηθοποιό κι ας  μην είμαι κριτικός θεάτρου. Ένιωσα την οργή του, τον πληγωμένο εγωισμό και την περηφάνια του, την λύπη του μπροστά στην αλήθεια, στα τελευταία λεπτά της παράστασης, την στιγμή που η ζήλεια τον είχε καταπιεί ολόκληρο.
Άφωνη για πολλαπλούς λόγους, θα αρκεστώ μετά το προαναφερθέν μοιρολόι σε ένα «νιαααααρρρ» - γιατί ξέρω πόσο σας έλειψε!
Νιάααρρρ, λοιπόν, νιάαααρρρ...
*Ο τίτλος είναι παρμένος από λόγια του Ιάγου στον Οθέλο από το πρωτότυπο κείμενο του Σαίξπηρ.
The black cat