Το πιο σημαντικό στην επικοινωνία είναι να ακούς αυτό που δεν λέγεται.*

1:47 μ.μ. 0 Comments A+ a-





Πόσες φορές σ’ έχει ενοχλήσει κάτι και δεν έχεις ανοίξει το ευφυέστατο στοματάκι σου για να αρθρώσεις πεντέξι φωνήεντα κι άλλα τόσα σύμφωνα για να σχηματίσεις την πρόταση της ανακούφισης; Πόσες φορές έχεις σκεφτεί «αν είχα μιλήσει τότε θα ήταν διαφορετικά»; Πόσες φορές ξεσπάς νεύρα σε λάθος άνθρωπος - γιατί η επιλογή, όπως και να το κάνουμε, είναι μεγάλο πράγμα; Ας μην τις μετρήσουμε καλύτερα.
Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι που λένε κάτι την στιγμή που πρέπει και διανύουν ήρεμα το υπόλοιπο της μέρας τους. Μα άλλο τόσο σίγουροι είμαι πως το ποσοστό εκείνων που δε το κάνουν, είναι μεγαλύτερο. Είναι σημαντικό να πεις το σωστό πράγμα την κατάλληλη στιγμή για να μην ταλανίζεσαι τις υπόλοιπες. Πόσο δύσκολο είναι, όμως, να το καταφέρεις αναρωτήθηκε κανείς από εκείνους που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία; Αμφιβάλλω. Κι όσο αμφιβάλλω, τόσο με τρώει η προσπάθεια να εισέλθω στην πρώτη ομάδα. Σταδιακά; Σταδιακά! Τι να κάνω κι εγώ, άνθρωπος είμαι (έτσι θέλω να πιστεύω).
Από την ανούσια αντίδραση του οδηγού του λεωφορείου που μόνο που δεν σε διαολοστέλνει πρωινιάτικα και δεν τον βάζεις στη θέση του, από τους τσακωμούς στο σπίτι που τους αντιμετωπίζεις φαινομενικά στωικά και με απάθεια ενώ αργότερα κάθεσαι στο κρεβάτι κοιτώντας το ταβάνι και τα σκέφτεσαι μέχρι να καεί ο εγκέφαλος, από την λεκτική διαμάχη με τον κολλητό γιατί πήγατε θέατρο κι όχι σινεμά κι η παράσταση ήταν χάλια, μέχρι τα αιχμηρά λόγια που πυροδοτούν μια ατέρμονη αλυσίδα διαπληκτισμών με μόνιμα θύματα τον πληγωμένο εγωισμό και την πόσα-να- αντέξει- πια- αυτή- η καρδιά- βρε- καρδιά- μου. Το σύνολο των στιγμών που δεν μιλάς ενώ θα έπρεπε, μεγαλώνει ραγδαία κι ασφυκτικά. Το αποτέλεσμα, όμως, παραμένει το ίδιο: μηδενικό.
Υπάρχουν άνθρωποι που τους αρέσει η κουβέντα τόσο που όλο περιτριγυρίζονται γύρω της. Είναι η μόνη λύση για όλα. Υπάρχουν και φορές, όμως, που καλύτερα να μην μασάς, αλλά ούτε και να μιλάς. Δεν είναι τυχαία η λαϊκή ρήση « η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει», καθώς τα λόγια μπορεί να πληγώσουν περισσότερο από μία πράξη. Όπως και να ‘χει, σε καμία απ’ τις δύο περιπτώσεις το κακό δε γυρίζει πίσω. Κι αν ανήκεις στην κατηγορία που ξεχνάει εύκολα, εγώ προσωπικά δε θα ξεχάσω, αλλά θα προσπεράσω μέχρι να φτάσω στο άκρο. Από την άλλη, υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν την σιωπή. Ίσως επειδή καμιά φορά δεν θες ούτε ν’ ακούσεις τίποτα, ούτε να πεις, ίσως επειδή την βρίσκεις με τον ήχο της σιωπής, ίσως επειδή εκείνη την στιγμή καταλαβαίνεις περισσότερα απ’ όσα νομίζεις και νομίζουν. Όπως και να ‘χει, είναι δυο κατηγορίες που δυσκολεύονται να συνυπάρξουν. Άλλωστε, οι άνθρωποι από μόνοι μας, τα βρίσκουμε μπαστούνια, σπαθιά, καρό και κούπες, στην προσπάθεια μας να τα βρούμε με τον διπλανό. Πόσο μάλλον όταν διαφέρουμε στην πράξη της ουσίας. Γιατί αυτό θα έπρεπε να μας δυσκολεύει τόσο πολύ, είναι που αδυνατώ να καταλάβω.
Τι το δύσκολο έχει να αποδεχτεί κανείς την διαφορετικότητα του άλλου, ακόμη και στο κομμάτι της επικοινωνίας; Ωραία στην θεωρία, στην πράξη, όμως, τι κάνεις, θα μου πεις και θα χεις δίκιο. Είναι στην ιδιοσυγκρασία του άλλου να δέχεται το κάθε τι διαφορετικό από τον ίδιο. Δεν μπορώ να δεχθώ πως η επικοινωνία έχει μόνο ένα μέσο. Κι αν αυτή επιτυγχάνεται με πολλαπλά γιατί θα πρέπει πομπός και δέκτης να χρησιμοποιούν το ίδιο; Ακόμη κι όταν προσπαθείς να εισέλθεις στην σκέψη του άλλου με τον ίδιο τρόπο που το κάνει κι εκείνος στην δική σου, προβλήματα μπορούν και πάλι να δημιουργηθούν. Ενώ αν υποβάλεις το μυαλό σου σε μια διαφορετική διαδικασία από την καθιερωμένη το εξασκείς περισσότερο. Έτσι νομίζω.
Γιατί ένας ακούοντας θεωρητικά δεν μπορεί να συνομιλήσει μ’ έναν κωφό; Γιατί η στενομυαλιά κυριαρχεί. Δεν είναι μόνο η νοηματική που γεφυρώνει το χάσμα, είναι κι η διάθεση και των δύο που το καταφέρνει εν τέλει. Πόσες φορές, έχεις νιώσει πως δεν σε ακούνε; Και μπορεί να ισχύει όντως. Μα δεν είναι κανόνας.
Όταν ο άλλος δεν μιλάει, δεν σημαίνει πως σε γράφει με άγραφο μελάνι πάντοτε. Μπορεί απλά να ακούει αυτά που έχεις να του πεις, μπορεί τα λόγια του να χτυπήσουν σε σημεία που δε το περιμένεις και δε το θέλεις, μπορεί να μην έχει κάτι να πει, μπορεί..., μπορεί..., μπορεί. Ο εν δυνάμει λόγος απ’ τον απόντα μπορεί να μην διαφέρει τόσο όσο φανταζόμαστε. Σίγουρα, ο διάλογος επιφέρει και τον αντίλογο, όπως η δράση την αντίδραση. Πολλές φορές, όμως, επικοινωνούμε με άτομα δίχως να το έχουμε καταλάβει. Κι αυτό γιατί ο τρόπος μας είναι διαφορετικός. Άλλος επικοινωνεί με  τον προφορικό λόγο, άλλος με τον γραπτό, άλλος με τα μάτια, άλλος με τα χέρια, άλλος με το σεξ, άλλος με την απουσία όλων των παραπάνω. Γιατί, λοιπόν, θα πρέπει να τοποθετούμε στεγανά ακόμα και σε κάτι τόσο ζωοδόχο, όσο η επικοινωνία; Γιατί θα πρέπει να προσπαθούμε να φέρουμε τους άλλους όσο πιο κοντά μας βάζοντας τους όριο το δικό μας μέτρο την στιγμή που εκείνοι δεν επιδιώκουν κάτι αντίστοιχο; Είναι τόσο δύσκολο να αντιμετωπίζεις κάτι το διαφορετικό τελικά; Κι όμως, είναι.
Φυσικά και δεν αναμένουν όλοι μια επιτυχή συζήτηση. Λέμε πολλές φορές κάτι, απλά για να το πούμε. Φυσικά κι υπάρχουν εξαιρέσεις επαναλαμβανόμενες με σκοπό την επαλήθευση του κανόνος. Φυσικά και πάντα θα υπάρχουν δυσλειτουργίες σε οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας, αλλιώς θα έχανε την αξία της. Αν δεν είναι η διαφωνία το αλατοπίπερο μιας οποιασδήποτε φύσεως σχέσης, τότε τι είναι;
Κι επειδή όλοι ανεξαιρέτως έχουμε κάτι να πούμε, εγώ θα αρκεστώ στο λιτό, απέριττο και καθιερωμένο μου νιαααρρρ! Κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε!


*Peter Drucker, 1909–2005, Αυστριακός γκουρού του management
The black cat