Τζάμπα είναι Vs Το τζάμπα πέθανε.

12:23 π.μ. 0 Comments A+ a-

Και καθώς τα παιδιά της τρίτης Λυκείου έδωσαν το μάθημα της Έκθεσης με κύριο θέμα το διαδίκτυο, εγώ αναρωτιέμαι: το internet είναι εκείνο που υποτιθέμενα αποξενώνει τους ανθρώπους, ή – είναι από μόνοι τους και - δε θέλουν και πολύ; Φυσικά και το ερώτημα δε θα μείνει στα χρονικά σαν του Άμλετ, το to be or not to be, όπως κι η αγαπημένη παραλλαγή του, to beer or not to beer. Παρόλ’ αυτά, πιστεύω το έχουμε σκεφτεί λίγο πολύ όλοι μας. Λίγο, ο ξινός γείτονας που μοιάζει λες και κάθε πρωί πίνει μια κούπα λεμόνι, λίγο η αγένεια των οδηγών των μέσω μαζικής μεταφοράς, λίγο οι ίδιοι μας οι συγγενείς, ε δε θέλει και πολύ! Είναι να μην το σκέφτεσαι;
Λέμε ότι στην επαρχεία βασιλεύουν οι κουτσομπόλες και πως εμείς της πόλης αδυνατούμε να φανταστούμε τους εαυτούς μας να μένουν στο χωριό με την κυρά- Μαρίκα από απέναντι να παραμονεύει… κάθε πότε θα βγάλεις την μπουγάδα σου έξω! Και; Λες και στην πόλη επειδή δεν τα μαθαίνεις, δεν συμβαίνουν. Ίσως και να ναι χειρότερα. Απλώς όταν ο κύκλος στενεύει είναι λογικό να μαθαίνονται όλα πιο εύκολα και γρηγορότερα. Άλλωστε, τα νέα ταξιδεύουν γρήγορα! Δεν χρειάζεται να μένεις στο χουριό, για να σε κουτσομπολέψει κάποιος. Δίνεις το δικαίωμα από μόνος σου στην μεγαλύτερη ρουφιάνα του κόσμου: το facebook! Τι νόημα έχει που μένεις;! Όλο και κάποιος θα ξέρει κάτι για σένα. Δεν είναι το τι ξέρει που έχει τόσο σημασία, αλλά το πως σε αντιμετωπίζει ανεξαρτήτως τι κι αν ξέρει. Αρρωσταίνει ο απέναντι και δεν το μαθαίνεις καν, μέχρι τα σαράντα του. Μένεις στο ίδιον όροφο με άλλες τρεις οικογένειες κι όμως δεν ξέρεις όχι τα ονόματα τους, αλλά ούτε τα επώνυμα τους. Προσπαθείς να τους κάνεις μια εξυπηρέτηση και τ’ ακούς και από πάνω. Και να ‘ταν μόνο αυτά, καλά θα ήταν. Ο σημερινός άνθρωπος, ο κάτοικος της Ελλάδας του 2011, δεν θέλει να ξέρει. Δυστυχώς. Γιατί;
Σίγουρα, ο καθένας έχει τα προβλήματα του – όπως όλοι μας. Τα δικά του, όμως, είναι αυτά που κυριαρχούν. Και δε του είπε κανείς να τ’ αφήσει στην άκρη και να κοιτάξει εσένα πρώτα. Φυσικά κι όχι. Αλλά τι ψυχή έχει η βοήθεια και η συνδρομή, ποτέ δεν κατάλαβα. Τι κερδίζει κάποιος με το να αποξενώνεται από τους γύρω του, όταν θα μπορούσε κάλλιστα να προσφέρει μία χείρα βοηθείας τόσο εύκολα. Κι αν όχι ανιδιοτελώς, έστω να ελπίζει πως κάποια στιγμή θα του το ανταποδώσουν. Αλλά φαίνεται, πως δεν έχουμε συνειδητοποιήσει την χρησιμότητα ορισμένων πραγμάτων: τα μάτια για να βλέπεις, τ’ αυτιά για ν’ ακούς και τα χέρια για να τα προτάσσεις. Και όχι να τα προτάσσεις ως επαίτης, αλλά ως βοηθός. Μάλλον αυτά είναι ψιλά γράμματα και καταντήσαμε όλοι μύωπες απ’ το πουθενά.
Δεν μας αποξενώνει η τεχνολογία και το διαδίκτυο. Ούτε τα κινητά τηλέφωνα. Σίγουρα παίζουν κι αυτά τον ρόλο τους. Παλιότερα, έπαιρνες τηλέφωνο να κάνεις τα χρόνια πολλά στον φίλο σου και περνούσες από το σπίτι του για να τα γιορτάσετε μαζί. Τώρα στέλνεις ένα τυπικό- ξερό- ψυχρό μήνυμα στο κινητό ή ακόμη χειρότερα στο facebook- msn και ξεμπέρδεψες! Κι αισθάνεσαι ικανοποίηση που ‘έβγαλες την υποχρέωση’. Δεν είναι θέμα υποχρέωσης, ρε γαμώτο! Δεν έχουμε μάθει να μοιραζόμαστε υλικά αγαθά, γιατί να μοιραστούμε την χαρά, την λύπη και την ανάγκη; Μοιάζει πιο εύκολο να κλειστείς στο καβούκι σου και να μην ακούς τα χτυπήματα στην σκληροτράχηλη πλάτη σου, ενώ στην πραγματικότητα είναι ακόμη πιο εύκολο να είσαι ανοιχτός – όχι σε όλους, αλλά σ’ εκείνους τους συνανθρώπους σου που σε προσεγγίζουν, γιατί έτσι κερδίζετε κι οι δύο. Το τι θα κάνεις στην τελική είναι δικό σου θέμα, κανείς δεν υποχρεώνει κανένα. Εγώ κουράστηκα να λέω καλημέρα τα πρωινά που θα πάρω το λεωφορεία σε γνωστούς- αγνώστους και να με κοιτάνε με στραβό μάτι. Θα νιαουρίζω στον καθρέπτη μου, από δω και πέρα, που τον ξέρω και με ξέρει, υποφέρω κι υποφέρει. Ε όχι! Θα συνεχίσω κι ας με περνάνε για τρελή! Ουφ!
Μέχρι να σας πετύχω στο δρόμο… νιαααααρρ!

 The black cat