Η ανάλαφρη βαρύτητα της ελευθερίας
Έπεσε το μάτι μου προ ημερών στη φράση "μόνο οι άνθρωποι κι οι κάλτσες δυσκολεύονται να βρουν το άλλο τους μισό", έπιασα τον καθρέπτη μου να αναρωτιέται πόσοι πιστεύουν ότι είναι μισοί εκεί έξω και πόσοι αναζητάνε το τμήμα εκείνο του εαυτού τους που οι θεοί πήραν μακριά. Εγώ πάντως, δε θέλω να βρω το άλλο μου μισό, όσο περίεργο κι αν ακούγεται. Δεν αισθάνομαι μισή, ούτε αισθάνομαι την ανάγκη να με συμπληρώσει κάποιος για να πληρωθώ ως Χαρά. Κάτι λείπει, όμως. Δεν είναι κομμάτι. Δεν.
Δεν ξέρω, αν νιώθεις την ίδια ανάγκη κι εσύ. Εκείνη που θες κάποιον δίπλα σου. Όχι με την ταμπέλα του είμαστε μαζί- πηδιόμαστε μόνο μαζί- τα κάνουμε όλα μαζί-και-τα-συναφή. Όχι. Θες κάποιον δίπλα σου - εγώ προσωπικά έναν κι όχι δεκαπέντε- γιατί είναι η έννοια της συντροφικότητας που απουσιάζει. Κι αν ακούγεται ο όρος παλιομοδίτικος είναι που οι άνθρωποι φοβούνται να δεθούν. Φοβούνται την αποδοχή πως κάποιος θα στέκει εκεί δίπλα τους και πιθανόν να μη μιλάει. Θα είναι εκεί, όμως, όταν το χρειαστείς. Είτε είσαι χαρούμενος, είτε στεναχωρημένος, είτε αποκαρδιωμένος, είτε άρρωστος, είτε αραχτός. Σε οποιαδήποτε φάση και να είσαι, θες έναν άνθρωπο δίπλα σου. Κάποιον παραπάνω από φίλο. Κάποιον που με την ανάσα του στο λαιμό σου δε θα χρειάζεσαι άλλη. Όχι λόγω της καύλας. Την καύλα την βρίσκεις. Δεν θέλει και ιδιαίτερο ψάξιμο. Είναι ένστικτο, όρμή, ζωώδη ανάγκη που θες και πρέπει να ικανοποιήσεις Πως αρκεί σε μερικούς μόνο μια τέτοια ικανοποίηση αδυνατώ να καταλάβω. Δε νιώθουν την ανάγκη αυτή; Δεν.
Δεν ξέρω, αν φοβάσαι κι εσύ αυτή την ανάγκη. Εγώ φοβάμαι τη στιγμή που νιώθω. Εκείνη τη στιγμή, νομίζω πως γίνομαι ο πιο ευάλωτος άνθρωπος του κόσμου. Πως ο καθένας μπορεί να με χτυπήσει και να μου αφήσει ακόμη και το πιο ανεπαίσθητο σημάδι. Κι εκείνη τη στιγμή εξαφανίζομαι. Προσπαθώ να γίνω αόρατη και να πάψω να νιώθω. Αντίθετο αποτέλεσμα. Είναι ο φόβος τόσο απτός που εμφανίζεται κι εξαφανίζεται τη στιγμή που θέλει, που με υπερνικάει. Δεν παύω να σκέφτομαι, δεν παύω να αισθάνομαι, μόνο χάνω. Χάνω σε μια σκακιέρα που έστησα εγώ. Είναι που παρουσιάζεται τόσο ουτοπική η ανάγκη να θες κάποιον για σένα και για κεινον, να αλληλοκαλυφθούν οι τυχούσες ανάγκες σας, που οδηγεί σε τελματικό φόβο. Τερμάτισες πίστα σε βιντεοπαιχνίδι που η Lana del Ray τραγουδά.
Είμαι απ' τους ανθρώπους που φοβούνται. Φοβούνται την αίσθηση, παραβλέπουν την ενσυναίσθηση, παραδίνονται στην αίσθηση που δεν οδηγεί πουθενά. Φοβάμαι πως μια μέρα θα ξυπνήσω και η πλευρά του κρεβατιού θα χει δύο βαθουλώματα - και τα δύο από μένα, γιατί στριφογυρνώ στον ύπνο μου και δεν βολεύομαι πουθενά. Φοβάμαι να βολευτώ, μα φοβάμαι μήπως φοβηθούν που βολεύτηκα κατά βάθος. Έτσι, στρυφογυρίζω τυλιγόμενη με κουβέρτα χνουδωτή στην προσπάθεια μου να ζεσταθώ από απόντα χέρια. Χέρια που δε σ' αγγίζουν γιατί δε θέλουν ή γιατί φοβούνται και τα ίδια. Δεν ξέρω ποιο απ' τα δύο ενδεχόμενα είναι το χειρότερο. Ίσως το τρίτο είναι το μετέωρο που δεν ξέρεις ποιο από τα δύο ισχύει. Είναι που καμιά φορά, δε φτάνει το να θες, πρέπει και να μπορείς. Μα δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην μπορεί να μη δεθεί. Υπάρχει εκείνος που δεν μπαίνει στη διαδικασία τούτη με τον φόβο πως θα χάσει τη βολή του. Ίσως, όλοι φοβόμαστε τελικά από κάτι. Δεν υπάρχει λεοντόκαρδος, άραγε; Είμαστε όλοι λιοντάρια απ' το μάγο του Οζ. Πληθαίνουμε και αναπαραγόμαστε με ταχύτητα ανάλογη του φωτός και ταξιδεύουμε σε μήκη που δεν ταυτίζονται ούτε με τον ήχο των κυμάτων. Φόβος ουτοπικός ή μη, εγκαθίσταται σε ζωές ανθρώπων που δεν θα έπρεπε να φοβούνται. Φοβάσαι για το αύριο κι ας ζεις το παρόν, φοβάσαι να ανακαλύψεις, φοβάσαι να δώσεις, καμιά φορά φοβάσαι και να πάρεις με τον φόβο πως θα δώσεις κι εσύ για να εκπληρώσεις το δούναι και το λαβείν σου, φοβάσαι τη σύνδεση, φοβάσαι την αποσύνδεση, φοβάσαι την ηρεμία, φοβάσαι την ένταση, φοβάσαι την απουσία, φοβάσαι την παρουσία, φοβάσαι τους άλλους, φοβάσαι τον εαυτό σου. Κι εγώ που είμαι εκ φύσεως κλωσσοπούλι, υπάρχει κάτι που δεν φοβήθηκα ποτέ μου: την ελευθερία.
Η ελευθερία είναι ιδανικό, είναι αρετή, είναι όνομα. Είναι κατάσταση, είναι θέση, είναι άποψη. Είναι φύση, είναι ζωή, είναι ύπαρξη. Είναι ηρεμία, είναι δύναμη, είναι συνύπαρξη. Συνύπαρξη. Δεν έχω ποθήσει τίποτα περισσότερο στη ζωή μου από την ελευθερία. Την ελευθερία της συνύπαρξης. Γιατί πρέπει η συνύπαρξη να συνεπάγεται και την απουσία της ελευθερίας; Γιατί να μην συνδέσουμε μια έννοια τόσο ορισμένη εξ ορισμού με άλλες τόσες και με τους ίδιους τους εαυτούς μας; Γιατί η σύνδεση να ισοδυναμεί με ανελευθερία, ποτέ δεν κατάλαβα.
Και θέλω τόσο να μαι ελεύθερη. Ελεύθερη ως μονάδα, ελεύθερη ως δυάδα, ελεύθερη γενικά. Δεν θέλω να με ελευθερώσει κάποιος, μα να καταλάβει πως δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να τοποθετήσω σε κλουβιά το εγώ μου ή το δικό του στην προσπάθεια σύνδεσής μας. Είναι κρίμα, ο φόβος να σε φυλακίζει σε κελί του ίδιου σου του εαυτού και να χάνεις το κλειδί από αδύναμη μνήμη. Οι άνθρωποι είναι εδώ κι εσύ στέκεις δίπλα τους, περιμένοντας να σε ξεκλειδώσουν. Μα εσύ, το κάνεις αυτό αντί εκείνων. Ξεκλειδώνεσαι, αφήνεσαι ελεύθερος. Φοράς φτερά μη κέρινα και πετάς. Πετάς δίπλα τους. Πετάς μακριά τους. Πετάς δίπλα τους και πάλι κι ελπίζεις πως θα ντυθούν ανάλογα με σένα και θα έρθουν να κουρνιάσουν δίπλα σου. Αν ήμουν ζώο, θα ήθελα να μαι πουλί κι όχι γάτα. Να πετάω από κλαδί σε κλαδί. Κλαδί που αντέχει το βάρος μου και δε λυγίζει φοβούμενο στην ιδέα πως θα πρέπει να με στηρίξει αν πέσω ή αν θα σπάσει στην πορεία. Δεν σκέφτεται ποτέ κανείς την πρόθεση να κολλήσεις το σπασμένο. Κι ας μην τα καταφέρεις, η πρόθεση κι η εισαγωγή σε μια τέτοια διαδικασία, προφανώς και δεν μετράει. Μάλλον είναι που κάποια κλαδιά, θέλουν να παραμείνουν σπασμένα. Μα εγώ δεν θέλω να σπάω, αν από πουλί γίνω κλαδί κάποια στιγμή και κάποιος άλλος σταθεί απάνω μου. Είναι που αντέχω την ελευθερία και την ιδέα της ταυτόχρονα. Είναι που νιώθω ελεύθερη κι ας κλειδώνομαι τρομάζοντας στην ιδέα πως κάποιος δεν κατανοεί τούτη τη φύση μου. Κι όταν ξεκλειδώνομαι, το κάνω με λάθος κλαδιά. Κι είναι κρίμα, να χάνεις την ελευθερία. Την ελευθερία της σκέψης, την ελευθερία των ιδεών, την ελευθερία του σώματος.
Το να θες να είσαι ελεύθερος, δε σημαίνει πως έχεις αυτοσκοπό την ανελευθερία του άλλου. Μια κοινή ελευθερία επιθυμείς. Μα κανείς δεν το παρατηρεί κι ας δανείζεις κυάλια και μυωπικούς φακούς σε θολά βλέματα. Κι εσύ, ελεύθερος πετάς αναζητώντας το κλαδί. Το κλαδί που μπορεί και να χει ραγίσει. Μα δεν είναι γυαλί. Κανείς δεν είναι φτιαγμένος από υγρή ουσία που αν παγώσει η επιφάνειά της γυαλίζει αισθησιακά. Είσαι φτιαγμένος από ελευθερία.
Ελεύθερη θέλω να μαι, δεν σ' το πα. Ελεύθερη μαζί σου. Ελεύθερη.
Η μαύρη γάταΔεν ξέρω, αν νιώθεις την ίδια ανάγκη κι εσύ. Εκείνη που θες κάποιον δίπλα σου. Όχι με την ταμπέλα του είμαστε μαζί- πηδιόμαστε μόνο μαζί- τα κάνουμε όλα μαζί-και-τα-συναφή. Όχι. Θες κάποιον δίπλα σου - εγώ προσωπικά έναν κι όχι δεκαπέντε- γιατί είναι η έννοια της συντροφικότητας που απουσιάζει. Κι αν ακούγεται ο όρος παλιομοδίτικος είναι που οι άνθρωποι φοβούνται να δεθούν. Φοβούνται την αποδοχή πως κάποιος θα στέκει εκεί δίπλα τους και πιθανόν να μη μιλάει. Θα είναι εκεί, όμως, όταν το χρειαστείς. Είτε είσαι χαρούμενος, είτε στεναχωρημένος, είτε αποκαρδιωμένος, είτε άρρωστος, είτε αραχτός. Σε οποιαδήποτε φάση και να είσαι, θες έναν άνθρωπο δίπλα σου. Κάποιον παραπάνω από φίλο. Κάποιον που με την ανάσα του στο λαιμό σου δε θα χρειάζεσαι άλλη. Όχι λόγω της καύλας. Την καύλα την βρίσκεις. Δεν θέλει και ιδιαίτερο ψάξιμο. Είναι ένστικτο, όρμή, ζωώδη ανάγκη που θες και πρέπει να ικανοποιήσεις Πως αρκεί σε μερικούς μόνο μια τέτοια ικανοποίηση αδυνατώ να καταλάβω. Δε νιώθουν την ανάγκη αυτή; Δεν.
Δεν ξέρω, αν φοβάσαι κι εσύ αυτή την ανάγκη. Εγώ φοβάμαι τη στιγμή που νιώθω. Εκείνη τη στιγμή, νομίζω πως γίνομαι ο πιο ευάλωτος άνθρωπος του κόσμου. Πως ο καθένας μπορεί να με χτυπήσει και να μου αφήσει ακόμη και το πιο ανεπαίσθητο σημάδι. Κι εκείνη τη στιγμή εξαφανίζομαι. Προσπαθώ να γίνω αόρατη και να πάψω να νιώθω. Αντίθετο αποτέλεσμα. Είναι ο φόβος τόσο απτός που εμφανίζεται κι εξαφανίζεται τη στιγμή που θέλει, που με υπερνικάει. Δεν παύω να σκέφτομαι, δεν παύω να αισθάνομαι, μόνο χάνω. Χάνω σε μια σκακιέρα που έστησα εγώ. Είναι που παρουσιάζεται τόσο ουτοπική η ανάγκη να θες κάποιον για σένα και για κεινον, να αλληλοκαλυφθούν οι τυχούσες ανάγκες σας, που οδηγεί σε τελματικό φόβο. Τερμάτισες πίστα σε βιντεοπαιχνίδι που η Lana del Ray τραγουδά.
Είμαι απ' τους ανθρώπους που φοβούνται. Φοβούνται την αίσθηση, παραβλέπουν την ενσυναίσθηση, παραδίνονται στην αίσθηση που δεν οδηγεί πουθενά. Φοβάμαι πως μια μέρα θα ξυπνήσω και η πλευρά του κρεβατιού θα χει δύο βαθουλώματα - και τα δύο από μένα, γιατί στριφογυρνώ στον ύπνο μου και δεν βολεύομαι πουθενά. Φοβάμαι να βολευτώ, μα φοβάμαι μήπως φοβηθούν που βολεύτηκα κατά βάθος. Έτσι, στρυφογυρίζω τυλιγόμενη με κουβέρτα χνουδωτή στην προσπάθεια μου να ζεσταθώ από απόντα χέρια. Χέρια που δε σ' αγγίζουν γιατί δε θέλουν ή γιατί φοβούνται και τα ίδια. Δεν ξέρω ποιο απ' τα δύο ενδεχόμενα είναι το χειρότερο. Ίσως το τρίτο είναι το μετέωρο που δεν ξέρεις ποιο από τα δύο ισχύει. Είναι που καμιά φορά, δε φτάνει το να θες, πρέπει και να μπορείς. Μα δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην μπορεί να μη δεθεί. Υπάρχει εκείνος που δεν μπαίνει στη διαδικασία τούτη με τον φόβο πως θα χάσει τη βολή του. Ίσως, όλοι φοβόμαστε τελικά από κάτι. Δεν υπάρχει λεοντόκαρδος, άραγε; Είμαστε όλοι λιοντάρια απ' το μάγο του Οζ. Πληθαίνουμε και αναπαραγόμαστε με ταχύτητα ανάλογη του φωτός και ταξιδεύουμε σε μήκη που δεν ταυτίζονται ούτε με τον ήχο των κυμάτων. Φόβος ουτοπικός ή μη, εγκαθίσταται σε ζωές ανθρώπων που δεν θα έπρεπε να φοβούνται. Φοβάσαι για το αύριο κι ας ζεις το παρόν, φοβάσαι να ανακαλύψεις, φοβάσαι να δώσεις, καμιά φορά φοβάσαι και να πάρεις με τον φόβο πως θα δώσεις κι εσύ για να εκπληρώσεις το δούναι και το λαβείν σου, φοβάσαι τη σύνδεση, φοβάσαι την αποσύνδεση, φοβάσαι την ηρεμία, φοβάσαι την ένταση, φοβάσαι την απουσία, φοβάσαι την παρουσία, φοβάσαι τους άλλους, φοβάσαι τον εαυτό σου. Κι εγώ που είμαι εκ φύσεως κλωσσοπούλι, υπάρχει κάτι που δεν φοβήθηκα ποτέ μου: την ελευθερία.
Η ελευθερία είναι ιδανικό, είναι αρετή, είναι όνομα. Είναι κατάσταση, είναι θέση, είναι άποψη. Είναι φύση, είναι ζωή, είναι ύπαρξη. Είναι ηρεμία, είναι δύναμη, είναι συνύπαρξη. Συνύπαρξη. Δεν έχω ποθήσει τίποτα περισσότερο στη ζωή μου από την ελευθερία. Την ελευθερία της συνύπαρξης. Γιατί πρέπει η συνύπαρξη να συνεπάγεται και την απουσία της ελευθερίας; Γιατί να μην συνδέσουμε μια έννοια τόσο ορισμένη εξ ορισμού με άλλες τόσες και με τους ίδιους τους εαυτούς μας; Γιατί η σύνδεση να ισοδυναμεί με ανελευθερία, ποτέ δεν κατάλαβα.
Και θέλω τόσο να μαι ελεύθερη. Ελεύθερη ως μονάδα, ελεύθερη ως δυάδα, ελεύθερη γενικά. Δεν θέλω να με ελευθερώσει κάποιος, μα να καταλάβει πως δεν έχω την παραμικρή πρόθεση να τοποθετήσω σε κλουβιά το εγώ μου ή το δικό του στην προσπάθεια σύνδεσής μας. Είναι κρίμα, ο φόβος να σε φυλακίζει σε κελί του ίδιου σου του εαυτού και να χάνεις το κλειδί από αδύναμη μνήμη. Οι άνθρωποι είναι εδώ κι εσύ στέκεις δίπλα τους, περιμένοντας να σε ξεκλειδώσουν. Μα εσύ, το κάνεις αυτό αντί εκείνων. Ξεκλειδώνεσαι, αφήνεσαι ελεύθερος. Φοράς φτερά μη κέρινα και πετάς. Πετάς δίπλα τους. Πετάς μακριά τους. Πετάς δίπλα τους και πάλι κι ελπίζεις πως θα ντυθούν ανάλογα με σένα και θα έρθουν να κουρνιάσουν δίπλα σου. Αν ήμουν ζώο, θα ήθελα να μαι πουλί κι όχι γάτα. Να πετάω από κλαδί σε κλαδί. Κλαδί που αντέχει το βάρος μου και δε λυγίζει φοβούμενο στην ιδέα πως θα πρέπει να με στηρίξει αν πέσω ή αν θα σπάσει στην πορεία. Δεν σκέφτεται ποτέ κανείς την πρόθεση να κολλήσεις το σπασμένο. Κι ας μην τα καταφέρεις, η πρόθεση κι η εισαγωγή σε μια τέτοια διαδικασία, προφανώς και δεν μετράει. Μάλλον είναι που κάποια κλαδιά, θέλουν να παραμείνουν σπασμένα. Μα εγώ δεν θέλω να σπάω, αν από πουλί γίνω κλαδί κάποια στιγμή και κάποιος άλλος σταθεί απάνω μου. Είναι που αντέχω την ελευθερία και την ιδέα της ταυτόχρονα. Είναι που νιώθω ελεύθερη κι ας κλειδώνομαι τρομάζοντας στην ιδέα πως κάποιος δεν κατανοεί τούτη τη φύση μου. Κι όταν ξεκλειδώνομαι, το κάνω με λάθος κλαδιά. Κι είναι κρίμα, να χάνεις την ελευθερία. Την ελευθερία της σκέψης, την ελευθερία των ιδεών, την ελευθερία του σώματος.
Το να θες να είσαι ελεύθερος, δε σημαίνει πως έχεις αυτοσκοπό την ανελευθερία του άλλου. Μια κοινή ελευθερία επιθυμείς. Μα κανείς δεν το παρατηρεί κι ας δανείζεις κυάλια και μυωπικούς φακούς σε θολά βλέματα. Κι εσύ, ελεύθερος πετάς αναζητώντας το κλαδί. Το κλαδί που μπορεί και να χει ραγίσει. Μα δεν είναι γυαλί. Κανείς δεν είναι φτιαγμένος από υγρή ουσία που αν παγώσει η επιφάνειά της γυαλίζει αισθησιακά. Είσαι φτιαγμένος από ελευθερία.
Ελεύθερη θέλω να μαι, δεν σ' το πα. Ελεύθερη μαζί σου. Ελεύθερη.


4 σχόλια
Write σχόλιαΠροφανώς δε μιλάμε ούτε για εραστή ούτε για φίλο. Πρόκειται για την ανάγκη κάθε ανθρώπου για ένα στήριγμα. Να ξέρεις πως ανά πάσα στιγμή υπάρχει κάποιος που θα 'ναι εκεί για σένα - άσχετα με το ρόλο που παίζει στη ζωή σου. Και προφανώς οι περισσότεροι από μας ναι μεν αποζητάμε αυτό το "στήριγμα" αλλά παράλληλα δεν τολμάμε να το αποκτήσουμε. Μέσα σ' όλους κι εγώ. Φοβάμαι να δεθώ. Φοβάμαι να χάσω την ελευθερία μου; Όχι, δεν είναι αυτό. Γιατί και ως μονάδα δεν είμαι ελεύθερη. Έχω εγκλωβιστεί σε φόβους και φρούδες προσδοκίες και πλέον φωνάζω για βοήθεια, να 'ρθει κάποιος να με βγάλει από το βάλτο. Αλλά θέλω όντως να 'ρθει; Κι αν 'ρθει, θα τον αφήσω να με "σώσει"; Έχω βολευτεί έτσι και φοβάμαι το διαφορετικό. Φοβάμαι ότι μπορεί να μ' αρέσει και μετά να τσακιστώ. Κι έτσι προτιμώ να παραμείνω σπασμένο κλαδί, όπως λες. Μα ανοίγομαι κατά περιπτώσεις. Ξεκλειδώνομαι από μόνη μου. Βγαίνω για λίγο απ' το κελί μου, κάνω δυο βήματα και γυρνάω πίσω. Μήπως φταίει που δεν είναι κανείς εκεί να με πάρει απ' το χέρι να πάμε παραπέρα; Ψάχνω την ελευθερία μου προσπαθώντας να συνδεθώ με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο αλλά πώς μπορώ να συνυπάρξω ελεύθερα; Θα με αποδεχτείς; Θα σε αποδεχτώ εγώ; Δύσκολα. Τόσο καιρό μες στη φυλακή μου έγινα ιδιότροπη. Πώς να ελευθερωθώ όταν έχω μάθει να ζω φυλακισμένη; Δεν ξέρω να είμαι ελεύθερη, ούτε μόνη μου ούτε μαζί σου. Θα μου δείξεις;
ReplyΚαι για γονιό και για φίλο και για εραστή. Αυτή η ανάγκη του να δεθείς φαντάζει τόσο ουτοπική κι άπιαστη, μα ταυτόχρονα χειροπιαστή, απτή, πραγματική.
ReplyΕμένα με ενοχλεί που θες να δεθείς, αλλά ο άλλος που δε θέλει, το κάνει να φαίνεται τόσο τρελό που καταντά τραγελαφικό.
Ποιος δε θέλει να δεθεί; Γιατί να μη θες;
Κι 7 ζωές αν είχα, πάλι τα ίδια θα πίστευα.
εισαι μισος αν δεν εχεις νιωσει ποτε ολοκληρος.
Replyκαι οταν θα βρεις τον ανθρωπο που θα θες να ειναι ο διπλανος σου δεν θα προλαβεις να προβληματιστεις καν για ολα αυτα τα θεωρητικα.
μεταξωτος.
ισχύει.
Replyείναι να μην διανύσω περίοδο οίστρου. ακόμα κι οι πέτρες έχουν βαθύτερη έννοια!