Όταν η Χαρά βρήκε τον Ορέστη - ξανά!

12:14 μ.μ. 2 Comments A+ a-

Όταν ήμουν παιδούλα, το αγαπημένο μου βιβλίο ήταν το Ντο ρε μι κι ένα σκυλι. Κι ύστερα ο Μικρός Πρίγκιπας γιατί μπόρεσε να εξημερώσει μια αλεπού! Πάντα είχα ένα θέμα με τα ζώα. Οι γάτες, ίσως μου άρεσαν περισσότερο γιατί μεγάλωσα με μία - της νονάς μου. Ο Ρούντι είναι η πρώτη παιδική ανάμνηση που έχω. Ζώα είχαμε πάντα στο σπίτι. Γενικά απ' την οικία στο Χαλάνδρι πέρασαν πολλά ζώα, προτού γεννηθώ εγώ. Το πρώτο πρώτο που πήρε η μάνα μου ήταν ένα παπάκι. Δραματική ιστορία - μην σας την πω. Μετά πήρε ένα ζευγάρι πάπιες. Έχει μια μανία με τις πάπιες η μάνα μου. Εγώ πάλι, όχι. Όταν πήγαινα τρίτη γυμνασίου, ο πατέρας μου μάζεψε απ' το δρόμο ένα κουτάβι, τη Μίλκα. Η Μίλκα είχε αδυναμία στους γονείς μου. Έχει δηλαδή ακόμη. Κυρίως στον πατέρα μου, που την έφερε στο σπίτι. Πανέξυπνος σκύλος και πολύ χοντρός. Σαν αρκούδα την έχει κάνει η μάνα μου. Πριν 3 χρόνια, μου έκαναν δώρο μία γάτα Περσίας, τον Vito. Τώρα τον έχω μαζί μου στην Κρήτη. Από τότε που τον άφησα για 8 μήνες με τη γιαγιά μου, τότε που μετακόμισα στο χωριό, ο γάτος δεν πλάθει πια μπιφτέκια πάνω μου. Μόνο πριν 2 μέρες επιχείρησε να το κάνει στο λαιμό μου. Ωραία γάτα, αλλά μαδάει πολύ. Κι είναι και ψωνάρα. Είναι η πιο όμορφη γάτα που είχαμε στην οικογένεια. Πριν 2 βδομάδες, βρήκα τον Ορέστη. Σας το είπα κιόλας. Περισσότερη σημασία από ζώο, δεν έχω πάρει!
Σήμερα το πρωί, ξύπνησα στις 8. Μία ώρα αργότερα απ' ότι συνήθως. Πλύθηκα, ντύθηκα και βγήκα έξω για να τον βγάλω βόλτα. Πουθενά ο Ορέστης. Το σχοινί κομμένο κι ο σκύλος άφαντος. Μ΄ έλουσε κρύος ιδρώτας. Τον φώναζα δίχως να παίρνω απάντηση. Πουθενά. Ούτε στην πέργολα, ούτε στα παρτέρια, ούτε στο περιβόλι, ούτε έξω απ' το σπίτι κι οι πόρτες κλειστές. Τον έψαξα σε όλο το χωριό, κανείς δεν τον είχε δει. Έφαγα και μια σαβούρα καθώς κατέβαινα στο σπίτι μιας θείας μου, που έχει μια θηλυκιά κι ο Ορέστης φαίνεται να την έχει ερωτευτεί. Η Φίφη εκεί, κι ο Ορέστης πουθενά. Τέτοιο κλάμα δεν έχω ρίξει ούτε για άντρα. 
Αυτή την αγωνία δεν την είχα ξανανοιώσει. Προχωρούσα και νόμιζα πως άκουγα τα βήματά του! Μέχρι και το λυκόσκλυλο του γείτονα με κατάλαβε και μου τριβόταν σαν το κατσούλι. Πού είναι ο Ορέστης; Μήπως τον πήραν; Μήπως δεν του αρέσει το σπίτι; Μήπως δεν θέλει να γυρίσει πίσω; Ερωτήματα σε συννεφάκια χοροπηδούσαν στο μυαλό μου κι η απουσία απαντήσεων οδηγούσε σε περισσότερα δάκρυα, περισσότερες μύξες και περισσότερους χαρακτηριστικούς ήχους απ' αυτούς που ακούγονται όταν ρουφάς τη μύτη σου. Θα ξανάρθει, μου λέγαν όλοι στο χωριό. Μήπως τον κλέψαν, με ρωτούσαν μερικοί. Κι εγώ τι να τους πώ; 
Μόλις είχα γυρίσει σπίτι, με χτυπημένο γόνατο σα να ήμουν πιτσιρίκι. Είχα να βάλω οξυζενέ και μερκουροχρώμ από τότε που περπατούσα στην αυλή μας στο Χαλάνδρι διαβάζοντας βιβλία κι έτρωγα τα μούτρα και τα πόδια μου. Μόλις που είχα προλάβει να πάρω μια ανάσα, χτύπησε το τηλέφωνο. Είχαν δει τον Ορέστη. Πετάχτηκα τόσο γρήγορα έξω. Περπατούσα και δεν ένιωθα τα πόδια μου. Αυτό το γάβγισμα που άκουγα, μην κι ήταν του Ορέστη; Κι αν δεν ήταν; Τον είδα. Τον είδα μπροστά από τη Φίφη να την μυρίζει κι αυτή να του κάνει τη δύσκολη. Κόντεψα να πέσω κάτω. Αυτό που λένε μου κόπηκαν τα πόδια. Κάπως έτσι. Μου κόπηκαν τα πόδια και δεν ένιωθα τίποτα. Φώναξα το όνομά του και γύρισε ο βρώμος και με κοίταξε. Άρχισε να τρέχει. Να τρέχει με φόρα και μόλις έφτασε κάθησε μπροστά μου. Ώστε το κατάλαβε ότι έκανε κάτι κακό. Του κανα νόημα να ανέβει στην ποδιά μου κι άρχισα να κλαίω. Σα μωρό παιδί άρχισα να κλαίω. 
Τον έδεσα με το λουρί και ξεκινήσαμε για το σπίτι. Κοίτα να δεις που τον θυμόταν τον δρόμο. Πρώτα πήγαινε αυτός και μετά εγώ. Ούτε μύρισε άλλο σκυλί, ούτε γάβγισε. Μόνο περίμενε να μπω στο σπίτι πρώτα εγώ και μετά εκείνος, όπως κάθε φορά. Κι ύστερα χοροπηδούσε σαν το εριφάκι πάνω μου και μ' έγλυφε. Δεν με ένοιαζε τίποτα. Μόνο πως τον είχα βρει και τον είχα πάλι στην αγκαλιά μου. 

Για τον Ορέστη, η ιστορία ήταν λίγο διαφορετική. Αν σας έργαφε ο Ορέστης τι συνέβη, η ιστορία θα ήταν κάπως έτσι:

Γεννήθηκα σε μια μεγάλη πόλη. Έμενα σ' ένα μπαλκόνι και δίπλα ήταν η μαμά μου. Η κυρία που μας είχε, εμένα, τη μαμά και τ' αδέλφιά μου, είχε μία κόρη και μας έπαιρναν συνέχεια αγκαλιά. Μου άρεσε πάντα να μιλάω δυνατά, μα σ' εκείνους όχι. Όλο παρατηρήσεις μου έκαναν, μα εγώ συνέχιζα να μιλάω δυνατά. Ένα πρωί, ήρθε ένας άντρας και μ ' έβαλε σ' ένα κλουβί για σκύλους. Με πήγε σ' ένα άλλο μέρος, μακριά από το σπίτι μου και προσπάθησε να με δέσει μαζί με έναν άλλον άντρα. Αλλά εγώ τους ξέφυγα! Κανείς δε θα με έπιανε. Τριγύριζα μόνος μου 8 μέρες. Έκανα ό, τι ήθελα! Ένα βράδυ, όμως, είδα μια κοπέλα και πήγα και κάθισα δίπλα της . Εκείνη με χάϊδεψε και με άφησε να ανέβω στα πόδια της, όπως έκανα παλιά. Αυτή θέλω να με πάρει σπίτι της, σκέφτηκα! Θα μου δίνει κι ωραίο φαγητό και θα με παίρνει αγκαλιές. Γι αυτό την έπαιρνα από πίσω κι εκείνη χαιρόταν. Τελικά, τα κατάφερα! Με πήρε σπίτι της!
Μόλις είδα το μπαλκόνι της, σκέφτηκα πως είναι μεγαλύτερο από εκείνο που ήμουν παλιά. Με έδεσαν κάτω από μια σκεπή, αλλά εγώ λύθηκα και κάθησα κάτω απ' το μπαλκόνι της. Ένα βράδυ ακολούθησα το μπαμπά της με τ' αμάξι, αλλά αυτός μ' έκλεισε απ' έξω και δεν μπορούσα να πω. Μόλις είδε ότι έλειπα με φώναζε κι εγώ σφινώθηκα απ' τα κάγκελα και μπήκα από την κλειστή πόρτα πριν μου ανοίξει! Πρέπει να με αγαπάει πολύ, σκέφτηκα! Την έπαιρνα από πίσω και την περίμενα έξω από το σπίτι για μια ολόκληρη ώρα. Με πήγε πάνω στο μαγαζί που με βρήκε και καθόμασταν μαζί. Είδα και κάτι άλλα σκυλάκια και έτρεχα μαζί τους. Κάποια στιγμή, όμως, η κοπέλα έφυγε και γω δεν την πρόλαβα. Ήρθε, όμως, με τ' αμάξι και με βρήκε! Αλλά δεν με άφησε να μπω μέσα όπως έκανε η κυρία που μ' είχε στην πόλη. Γι αυτό κι εγώ την ακολούθησα στο σπίτι και με πήρε αγκαλιά. Οι αγκαλιές μ' αρέσουν πιο πολύ κι από τα κόκαλα. Κάθε πρωί με βγάζει βόλτα όταν ξυπνάει. Μου αρέσει να σημαδεύω τον δρόμο για να μην έρθουν άλλα σκυλιά και τ' αγκαλιάσει αντί για εμένα. Όταν χαϊδεύει ένα σκυλάκι πιο πάνω από το σπίτι μας, ζηλεύω και πηδάω πάνω της. Τότε εκείνη με χαϊδεύει και μου λέει ότι είμαι το πιο όμορφο σκυλί του κόσμου. Τότε γιατί χαϊδεύει το άλλο σκυλί, ποτέ μου δεν κατάλαβα... Κάθε φορά που φεύγει με τ' αμάξι, στεναχωριέμαι, γιατί λείπει πολλές ώρες κι είμαι μόνος μου. Όταν την βλέπω πηδάω πολύ ψηλά για να την φτάσω, αλλά εκείνη μου λέει να κάτσω κάτω! Δεν την ακούω, όμως, γιατί θέλω να φτάσω τόσο ψηλά που να με πάρει αγκαλιά! Το πιο όμορφο πράγμα στον κόσμο είναι ένα πιάτο κόκαλα και μια αγκαλιά....
Εχθές το βράδυ, έκοψα το σχοινί που με δένει το καινούργιο αφεντικό μου. Έκανα βόλτα όλη την αυλή. Την έψαχνα αλλά δεν ήταν πουθενά! Φώναζα δυνατά, αλλά δεν με άκουσε κανείς. Αυτή η κοπέλα δε με μαλώνει όταν γαβγίζω, μόνο μου λέει μπράβο! Εδώ, είμαστε! Άκουσα κάποια σκυλιά που μιλάγανε και βγήκα να δω τι γινότανε. Τι ευτυχία! Γύρισα όλο το χωριό. Επισκέφτηκα και τη Φίφη, μια σκυλίτσα. Μα αυτή δε με θέλει και με γαβγίζει. Όλο το βράδυ γυρνούσα κι έκανα ό,τι ήθελα! Το επόμενο πρωί, είδα την κοπέλα έξω από το σπίτι της Φίφης να με φωνάζει. Δεν με ξέχασε! Είδα πως έκλαιγε και κατάλαβα πως δεν έπρεπε να φύγω, μα εγώ ήθελα να δω τι κάνουν τ' άλλα σκυλιά... Έτρεξα κοντά της και κάθισα κάτω γιατί φοβήθηκα μη με χτυπήσει. Άλλωστε, όταν μου λέει να κάτσω κάτω, δεν κάθομαι. Οπότε, αν με έβλεπε να το κάνω, δεν θα με μάλωνε! Είχα δίκιο τελικά! Με πήρε αγκαλιά, αλλά δεν σταμάτησε να κλαίει. Ακόμα κι όταν πήγαμε σπίτι, έκλαιγε πάλι. Γιατί έκλαιγε τόσο πολύ; Εγώ πάντως πηδούσα πάνω της, για να της δείξω πως δεν την ξέχασα κι εκείνη μου έβαλε να φάω και να πιω καθαρό νερό. Μήπως αν το ξανασκάσω, μου κάνει περισσότερες χάρες; 

Η αγάπη που μπορείς να δώσεις αλλά και να πάρεις από ένα ζώο, δεν συγκρίνεται με την ανθρώπινη. Τούτη είναι ανιδιοτελής, καθαρή, αγνή, ενιστικτώδης. 
Για όλους εσάς, που χάσατε το κατοικίδιο σας και το ξαναβρήκατε και για εσάς τους φιλόζωους που με διαβάζετε. Για μένα και για τον Ορέστη και για τον Βίτο και για όλα τα αδέσποτα του κόσμου, που χρειάζονται φροντίδα. Για όλους εμάς, που στο πολύ βάθος είμαστε ζώα απ' τα λίγα.


Η μαύρη γάτα

2 σχόλια

Write σχόλια
23 Νοεμβρίου 2012 στις 12:26 μ.μ. delete

αχ αυτος ο Ορέστης.. σε λαχτάρησε....

Reply
avatar
Unknown
AUTHOR
23 Νοεμβρίου 2012 στις 1:29 μ.μ. delete

Δεν μπορείς να φανταστείς...

Reply
avatar